HOTS ON FOR NOWHERE [ΔΕΝ ΕΧΩ ΟΡΕΞΗ ΓΙΑ ΠΟΥΘΕΝΑ]


Την πάτησα μέσα στην τρέλα μου
Και δε θα μπορούσε να ειναι η τρέλα της ημέρας
Όταν έμαθα πως χάθηκε ο χρόνος μου
Ένα δάκρυ κύλησε καθώς έστρυψα για να φύγω

Τώρα έχω φίλους που θα με παρηγορήσουν
Σε περίπτωση που πέσω
Ο χρόνος και η νύφη του γερνάνε
Έχω φίλους που δεν πρόκειται να μου δώσουν το παραμικρό

Γωνία Bleeker και πουθενά
Στη γη του δεν-ξημέρωσε-ακόμη
Ένα ρίγος διαπερνά τη ραχοκοκαλιά μου
Το πρόσωπο στον καθρέφτη αρχίζει να γκριζάρει

Κοίταξα γύρω να βρω και να δέσω τον τάρανδρο στο έλκηθρο
Έψαξα πολύ προσπαθώντας να κάνω τη μέρα πιο φωτεινή
Γύρισα να ψάξω τον χιονάνθρωπο
Και προς μεγάλη μου έκπληξη είχε λειώσει

Καθώς το φεγγάρι και τ’ αστέρια ανακαλούν την τάξη
Μέσα στην παλίρροιά μου χορεύει και λικνίζεται η άμπωτη
Ο ήλιος στη ψυχή μου βυθίζεται όλο και πιο χαμηλά
Καθώς η ελπίδα στα χέρια μου γίνεται πηλός
Δεν ζητάω να γεμίσει το χωράφι μου με τριφύλλι
Δεν θρηνώ στο κατώφλι κάθε ευκαιρίας
Κι αν θέλεις τη συμβουλή μου, πάρε τη ζωή με το μαλακό
Και τότε η ιστορία σου θα είναι η πιο τρανή ανταμοιβή

Χαμένος στο μονοπάτι των κατορθωμάτων
Ψάχνω στα μάτια των σοφών
Όταν μάτωσα εκ βαθέων
Άρχισα να ματώνω χωρίς προσωπείο

Τώρα όλα είναι τέλεια κάτω από τον ουρανό
Κάθε τόσο χρειάζεται να βρίσκεις χρόνο να σταματάς
Όταν πατάς γερά στο έδαφος, μην χαζολογάς
Γιατί θα καταλήξεις σε μια βάρκα χωρίς κουπιά

Έλα μωρό μου, έλα μωρό μου, έλα μωρό μου
Έχασα τον δρόμο μου
Έλα μωρό μου, έλα μωρό μου
Δεν ξέρω πού θα τον βρω
Έλα μωρό μου, έλα μωρό μου
Θέλεις να μάθεις;
Θέλεις, στ’ αλήθεια να με βοηθήσεις, ε;

Θα σου πω κάτι, μωρό μου
Θα σου πω
Ότι νιώθω τόσο καλά που πρέπει να είναι το σωστό

Τώρα μωρό μου
Θα σου πω
Ότι νιώθω τόσο καλά που πρέπει να είναι το σωστό...

* * *

ΣΤΡΙΦΟΓΥΡΙΖΟΝΤΑΣ ΣΤΑ ΑΛΟΓΑΚΙΑ ΤΟΥ ΛΟΥΝΑ ΠΑΡΚ [CAROUSELAMBRA]


Οι αδερφές στην άκρη του δρόμου περνάνε την ώρα τους ειρηνικά
Περιμένουν τη σειρά τους μέσα στον δακτύλιο της ηρεμίας
Έτοιμες να δραπετεύσουν μέσα σε δευτερόλεπτα
Περιμένουν το κάλεσμα που ξέρουν ότι μπορεί να μην έρθει ποτέ
Σε ανέμελες ώρες κανένας εισβολέας δεν τόλμησε
Να βάλει σε κίνδυνο την πίστα, να ενοχλήσει την κούρσα
Όλα ήταν χαρούμενα και τα χέρια υψωμένα προς τον ήλιο
Καθώς ο έρωτας ξεχείλιζε από το κέρας της Αμάλθειας

Ωστόσο, μέσα στην ατάραχη ευδαιμονία της εξαιρετικής γιορτής
Ατέλειωτοι χωροί έριξαν τη σκιά τους στη μέρα
Μέσα στους τοίχους τους, κρατάνε την τρομερή αμορφία τους
Φύλαξαν τη χαρά τους και κράτησαν τις αμφιβολίες τους μακριά
Απρόσωπες λεγεώνες ήταν έτοιμες να θρηνήσουν
Στρίψε ένα νόμισμα και θα αποκατασταθεί η φιλονικία
Και πριν καν τα σκεφτείς θα γίνουν όλα
Αλλά κανείς έτσι κι αλλιώς δεν το αμφισβήτησε

Πόσο επιδέξια αγρυπνά το μάτι του πεπειραμένου κυνηγού πάνω στη χώρα
Αναζητώντας τους ανυποψίαστους και τους αδύναμους
Κι ανήμπορος ο παραμυθένιος έκατσε, η αυταρέσκειά του δεν του επέτρεψε καν να σηκώσει το χέρι του
Προς τον εχθρό που απειλούσε από τον βυθό
Ποιος νοιάζεται να σκουπίσει τα δάκρυα από τα μάγουλα εκείνων που θλιμμένοι
Περιπλέουν άσκοπα σε μια θάλασσα ανώφελων λόγων;
Ρίξε την κατάρα και κάνε τη σκηνή όπως ήταν προσχεδιασμένη
Δεν υπάρχει καμιά καλή ανάμνηση που δεν μπορούμε να φτάσουμε

Πού ήταν η υπόσχεσή σου, πού πήγες;
Πού ήταν η βοήθειά σου, πού ήταν το τόξο σου; Το τόξο
Η πανοπλία έχασε τη λάμψη της, η μέρα είναι κρύα
Δύσκολο ήταν το ταξίδι, σκοτεινός ο δρόμος. Ο δρόμος
Άκουσα την υπόσχεση, δεν μπορώ να μείνω. Ω
Δεν θα άντεχα άλλη μια μέρα, άλλη μια μέρα
Άλλη μια μέρα, άλλη μια μέρα

Συγκινημέοι από την έγκαιρη άφιξη
Ξύπνησαν από τον ύπνο του φύλακα
Απαλλάσσονται από τα δεσμά, πετάνε το κλειδί
Τώρα βρίσκονται ανάμεσα σε εκείνους που ξέρουν
Αναπαύονται εν ειρήνη
Δοκιμάζουν το φρούτο, αλλά φυλάνε τον σπόρο

Έπρεπε να μείνουν!

Τώρα βρίσκονται ανάμεσα σε εκείνους που ξέρουν
Αναπαύονται εν ειρήνη
Δοκιμάζουν το φρούτο, αλλά φυλάνε τον σπόρο
 


στίχοι τραγουδιών των Led Zeppelin, Led Zeppelin, μτφρ. Βασίλης Κοντόπουλος, εκδ. Σιγαρέτα

  'Όλες τις δραστηριότητες της διάνοιας: επαγωγή, παραγωγή και συνεπώς αφαίρεση (οι έννοιες γένους της Διδώς: τετράποδα και δίποδα), ανάλυση άγνωστων αντικειμένων (ήδη το σπάσιμο ενός καρυδιού είναι η αρχή της ανάλυσης) και την συνένωση των δύο, δηλ. τον πειραματισμό (με καινούργια εμπόδια και σε άγνωστες καταστάσεις), τις έχουμε κοινές με τα ζώα. Ως προς την υφή τους είναι όλες ανεξαίρετα αυτές οι μέθοδοι -δηλ. όλα τα μέσα της επιστημονικής έρευνας, όσα αναγνωρίζει η καθημερινή λογική- εντελώς όμοιες στον άνθρωπο και στα ανώτερα ζώα. Μόνο ως προς τον βαθμό (της εξέλιξης της εκάστοτε μεθόδου) είναι διαφορετικές.'

Φρίντριχ Ένγκελς, Διαλεκτική της Φύσης, μτφρ. Ευτύχης Μπιτσάκης, εκδ. Σύγχρονη Εποχή

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΕΥΚΡΑΤΗΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΗΣ


                            κυνήγησα καὶ παραμόνεψα
                      καὶ
Τό ’σκασα                                               τὴ Σίβυλλα

                         μιὰ βροχερή μισοτελειωμένη μέρα
      άκούγοντας τὸ ἀφηνιασμένο βιολί τῆς ψυχῆς
            τὸ κινέζικο σκυλὶ ἔφαγε τὰ μάτια του
  ὁ κόνδορας προσπέρασε τὸν ἴσκιο του
                Ἡ
                   λ
                      ι
                       ο
                          τρόπια ἐκπυρσοκρότησαν
                     τὴν ψαροκόκκαλη ἱδιοφυΐα τους
γιατὶ οἱ στίχοι δὲν ζωντάνευαν κι ὅταν ζωντάνεψαν
ἧταν στίχοι ποὺ κράδασαν τὴ μοναξιὰ τοῦ ἀρουραίου
ποὺ ἐπιμένει στὰ λείψανα καὶ
       τινάχτηκα σὰν πυρηνικὴ ἀκρίδα στ’ ἀγριόχορτα
                                  καὶ ἤχησαν λαουτοτσέμπαλα -
Ἄς μιλήσουμε ἀνοιχτὰ τῆς εἶπα,
                                               κι ἐκείνη ἀπὸ σκουριὰ
                                               βρωμιὰ καὶ κατακάθια
                                               μοῦ 'δωσε σάρκα
             καὶ μ' ἔριξε μὲς στὴ ρουλέτα τοῦ χρόνου
  ποτάροντας μιὰ τρύπια δεκάρα στ' ὄνομά μου
                          δοξάζοντας τὴ μοίρα μου.

* * *

ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΠΛΕΖ ΣΑΝΤΡΑΡ


Ὥραίε μηχανοδηγέ, σὲ εἶδα
χθὲς τὴ νύχτα νὰ προσπερνᾶς
μὲ μίλια ἀρχέγονα, ξεμαλλιασμένος
μὲς στὸ ταχύ σου τρένο,
πιωμένος, ντυμένος μὲς στὴν πίκρα
νὰ χασμουριέσαι στὴν καμπίνα
τῆς μηχανῆς -στὰ γόνατά σου
ἡ Ἴωάννα τῶν Γαλλικῶν Παραισθήσεων
καθισμένη ἕτοιμη νὰ πηδήξει
ἀπὸ κάτω
                        τὸ ποῦρο σου μοῦ καίει
τὸ μπράτσο, σὲ κάθε λιμάνι
ξεχνάω νὰ γυρίσω περνώντας κουτσὰ
στραβὰ σὲ κάθε μου στίχο,
ποιητὴ τοῦ Τροχοῦ, εἶμαι ἕτοιμος,
εὐλόγησε μὲ τὸ Παναμέζικο
δισκοπότηρό σου ὅ,τι δὲν ξέχασα
νὰ κάνω σ’ αὐτὸν τὸν προφητικὸ κόσμο.


 
Γιάννης Λειβαδάς, Παράρτημα Εύκρατης Συγκίνησης, εκδ. Ίνδικτος

Aqualung


Καθισμένος στό παγκάκι, κοιτάζοντας τά μικρά κοριτσάκια μ’ ἄσχημες προθέσεις.
Μύξα τρέχει ἀπό τή μύτη του, λυγδιασμένα δάχτυλα σφίγγουνε κουρελιασμένα ροῦχα.
Ἔϊ Aqualung
Στεγνώνοντας στόν κρύο ἤλιο, βλέποντας τά κοριτσάκια μέ τά δαντελένια ἐσώρουχα νά τρέχουν.
Ἔϊ Aqualung
 Νοιώθοντας σά ψόφια πάπια, φτύνοντας κομμάτια τῆς σπασμένης τύχης του.
Ὤ, Αqualung

Ὁ ἥλιος λάμπει παγωμένος, ἕνας γέρος περιπλανιέται μονάχος του,
μέ τό πάσο του, εἶναι ὁ μόνος πού ξέρει.
Τό πόδι του πονάει ἄσχημα, καθώς σκύβει νά μαζέψει μιά δεκάρα,
πηγαίνει στό βάλτο γιά νά ξεπλύνει τά πόδια του.
Νοιώθει μόνος του, ὁ στρατός περπατάει στό δρόμο,
σωτηρία τοῦ κόσμου, κι’ ἔνα φλυτζάνι τσάϊ.
Aqualung φίλε μου, μή φεύγεις τρομαγένος
φτωχέ μου ἄνθρωπε, δέ βλέπεις πώς εἶμαι μόνο ἐγώ.

Θυμάσαι ἀκόμα τή παγωμένη καταχνιά τοῦ Δεκέμβρη.
Ὅταν ὁ πάγος πού πήζει στή γεννειάδα σου, σέ κάνει νά οὐρλιάζεις μ’ ἀγωνία.
Καί παίρνεις τίς τελευταῖες σου σπασμωδικές ἀναπνοές μέ θόρυβους τῆς βαθειᾶς θάλασσας,
καί τά λουλούδια ἀνθίζουν σάν τήν τρέλλα τήν ἄνοιξη.

*

Ἀναρωτιέμαι φωναχτά


Ἀναρωτιέμαι φωναχτά, γιά τό πῶς νοιώθουμε σήμερα.
Χθές τό βράδυ ἤπια τό ἡλιοβασίλεμα, κι’ εἶχα τό χέρι μου στά μαλλιά της.
Εἴμαστε οἱ σωτῆρες τοῦ ἑαυτοῦ μας, καθώς
οἱ καρδιές μας χτυποῦν μαζί, δίνοντας ζωή ἡ μία στήν ἄλλη.

Ἀναρωτιέμαι φωναχτά ἄν τά χρόνια μᾶς φερθοῦν καλά.
Ἐνῶ ἐκείνη εἶναι στὴν κουζίνα, γεύομαι τή μυρωδιά, ναί
τοῦ ψημένου ψωμιοῦ, καθώς τό βούτηρο τρέχει. Ἔπειτα
ἔρχεται σκορπίζοντας ψίχουλα στό κρεβάτι, καί γώ κουνάω το κεφάλι μου
κι’ εἶναι μονάχα τό νά δίνεις, πού σέ κάνει
αὐτό πού εἶσαι.



στίχοι τραγουδιών των Jethro Tull, από το Jethro Tull, μτφρ. Μάρκος Ρήγος, εκδ. Μπαρμπουνάκης

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ


Έκοψα αυτό το κλωνί από ρείκι
Πέθανε το φθινόπωρο μην το ξεχνάς
Στη γη ξανά δεν θα ιδωθούμε
Άρωμα του καιρού κλωνί από ρείκι
Κι εγώ θα σε προσμένω μην το ξεχνάς

* * *

ΒΡΕΧΕΙ


Βρέχει φωνές γυναικών σαν να ήταν νεκρές ακόμα και στην ανάμνηση
Είσαστε εσείς που βρέχετε θαυμαστές συναντήσεις του βίου μου ω σταγονίτσες
Κι αν αυτά τ’ αφηνιασμένα σύννεφα χλιμιντρίζουν ένα σύμπαν από πόλεις αυτήκοες
Άκου αν βρέχει καθώς η μεταμέλεια κι η περιφρόνηση θρηνούν μιαν αρχαία μουσική
Άκου πως πέφτουν οι δεσμοί που σε κρατούν ψηλά και κάτω

* * *

Η ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ


Και τα πρόσωπά τους ήταν χλωμά
Κι οι λυγμοί τους σπασμένοι

Έτσι όπως το χιόνι με τ’ αγνά πέταλα
Ή τα χέρια σου στα φιλιά μου
Πέφταν τα φύλλα του φθινοπώρου



Γκιγιόμ Απολινέρ, Ποιήματα, μτφρ. Σπύρος Τζουβέλης, εκδ. Καστανιώτη

Σου παραδόθηκα
(εσύ θα μπορούσες;)
όπως οι ρυτίδες του νερού
παραδίνονται
στον ήρεμο άνεμο.

* * *
Κρίμα τα ριζόφυλλα που
χτυπά ο φθινοπωρινός άνεμος·
άκαρπα είναι σαν την
αγάπη μου, που κουράστηκες
να τη μεγαλώσεις.

* * *

Η ομορφιά των λουλουδιών
χάθηκε· κανείς δεν νοιάστηκε
κι εγώ κοιτούσα τον εαυτό μου
να γερνά μες στον κόσμο
καθώς βροχές έπεφταν.



τρία τάνκα της Όνο Νο Κομάτσι από την Ανθολογία Ιαπωνικής Ποίησης, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Ροές

  'Νόρα καλή μου, όλη μέρα πεθαίνω να σε ρωτήσω ένα-δυο πράγματα. Άσε με, αγαπημένη μου, γιατί σου έχω πει όλα όσα έχω κάνει κι έτσι μπορώ κι εγώ να σε ρωτήσω με τη σειρά μου. Όταν εκείνο το άτομο που την καρδιά του λαχταράω να σταματήσω πατώντας τη σκανδάλη ενός ρεβόλβερ, έβαλε το χέρι του, τα χέρια του, κάτω απ’ τη φούστα σου, σε χάιδεψε μονάχα εξωτερικά ή έβαλε το δάχτυλο ή τα δάχτυλά του μέσα σου; Κι αν ναι, έφτασε το δάχτυλο ή τα δάχτυλά του μέσα σου; Κι αν ναι, έφτασε στο σημείο να αγγίξει εκείνο το μικρούλι πέος στην άκρη του μουνιού σου; Σε άγγιξε από πίσω; Σε χάιδεψε ώρα; Έχυσες; Σου ζήτησε να τον αγγίξεις κι εσύ; Το έκανες; Κι αν δεν τον άγγιξες, έχυσε πάνω σου και, πες μου, το ένιωσες;
   Άλλη μια ερώτηση, Νόρα. Ξέρω πως ήμουνα ο πρώτος άντρας που σε γάμησε, όμως σε αυνάνισε ποτέ κανένας άλλος; Εκείνο το αγόρι που τόσο αγαπούσες, σου το έκανε ποτέ; Πες μου το τώρα, Νόρα, πες την αλήθεια όπως κι εγώ, πες τη στα ίσα, όπως κι εγώ. Όταν ήσουν μαζί του μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, ποτέ, ποτέ τα δάχτυλά σου δεν ξεκούμπωσαν το παντελόνι του, ποτέ δεν τρύπωσαν εκεί μέσα σαν ποντικάκι; Τον αυνάνισες ποτέ, αγάπη μου, πες μου την αλήθεια, αυτόν ή όποιον άλλον; Ποτέ, ποτέ δεν πήρες την ψωλή ενός αγοριού ή ενός άντρα στο χέρι σου πριν από μένα; Αν δεν σ’ έχω προσβάλει, μη φοβηθείς να μου πεις την αλήθεια. Αγαπημένη, αγαπημένη, απόψε έχω έναν τόσο παράφορο πόθο για το κορμί σου που αν ήσουν εδώ δίπλα μου, ακόμη κι αν μου έλεγες με τα ίδια σου τα χείλη ότι σε έχουν γαμήσει πριν από μένα οι μισοί κοκκινομάλληδες χοντράνθρωποι της κομητείας του Γκάλγουεϋ, πάλι θα ορμούσα πάνω σου τρελός από πόθο.'

Τζέιμς Τζόις, Γράμματα στη Νόρα, μτφρ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. Πατάκη

  'Συνήθως καθόμασταν στὸ χεῖλος τῆς μπανιέρας καὶ φλυαρούσαμε γιὰ τό ’να καὶ γιὰ τ’ ἄλλο. Ἐνῶ κουβεντιάζουμε, τὸ χρῶμα τοῦ οὐρανοῦ ποὺ καθρεφτιζόταν στὸ φεγγίτη ἄλλαζε προοδευτικὰ καὶ  ἔπεφτε ἡ νύχτα. Τότε ἐκεῖνος ἀνέβαζε τὸ διακόπτη στὸν ἠλεκτρικὸ πίνακα καὶ ἄναβε τὸ φῶς.
   Μόλις ἄναβε, ἡ ἀτμόσφαιρα στὸ δωμάτιο τοῦ μπάνιου ἄλλαζε πάλι. Ὁ πορτοκαλὴς φωτισμὸς ἦταν ἐξαιρετικὰ ἀδύναμος ὥστε νὰ φωτίσει πλήρως τὴ μεγάλη ἔκταση τοῦ χώρου τῶν λουτρῶν, καὶ ἔτσι οἱ γωνίες παρέμεναν στὸ ἡμίφως, ἐνῶ τὰ πλακάκια στὸν πάτο τῆς μπανιέρας ἀνάδιναν μιὰ λάμψη. Πάνω στὸ γαλακτῶδες τζάμι ἕπεφτε ἡ σκιὰ τῆς βλάστησης τοῦ ἐσωτερικοῦ κήπου ποὺ τρέμιζε ἐλαφρὰ μὲ τὸ φύσημα τοῦ ἀνέμου.
   -Εἶναι παράξενο νὰ φαντάζεται κανεὶς αὐτὸν τὸ χῶρο ὅπως ἦταν κάποτε, τὴν ἐποχὴ ποὺ ἦταν πραγματικὰ μιὰ αἶθουσα λουτρῶν, εἶπε ὁ κύριος Ντεσιμάρου. Ὅλα ἦταν βυθισμένα στὴν ὁμίχλη τῶν ἀτμῶν, τὰ τζάμια ἦταν ὑγρὰ ἀπὸ σταγονίδια νεροῦ, ἡ μπανιέρα γεμάτη ζεστὰ νερά. Παντοῦ ἀντηχοῦσαν γέλια, νερὰ ποὺ ἔτρεχαν, ἦχοι ἀπὸ σαπουνοθῆκες ποὺ ἔπεφταν, καὶ μπροστὰ στὶς βρύσες κορίτσια, ἀμέτρητα κορίτσια νὰ πλένουν τὸ κορμί τους τὸ ἕνα δίπλα στὸ ἄλλο. Ἐπιπλέον, ὅλα γυμνά.
   -Καὶ ἀνάμεσά τους οἱ κυρίες τῶν δωματίων 309 καὶ 223.
   -Ἔτσι. Ὄχι ὅμως τόσο γερασμένες. Εἶχαν καὶ οἱ δυό τους περίπου τὴν ἴδια ἡλικία μ’ ἐσᾶς σήμερα. Ἡ μία πλένει μὲ μεγάλη φροντίδα τὰ χέρια της. Ἔχει βάλει ἄφθονο σαπούνι καὶ τρίβει τὰ δάχτυλα ἕνα ἕνα μέχρι νὰ τὰ κάνει νὰ ἀστράφτουν. Στὴν ἄλλη εἶναι ὁ λαιμός. Εἶναι ξεθεωμένη ἀπ’ τὸ νὰ μιλάει ὅλη μέρα ἀκατάπαυστα στὸ τηλέφωνο καὶ τώρα ζεσταίνει τὸ λαιμό της κάτω ἀπ’ τὸ ντούς.
   -Δὲν μπορῶ νὰ πιστέψω πὼς αὐτὴ ἡ ἐποχὴ ὑπῆρξε πραγματικά.
   -Τώρα ὅλα εἶναι στεγνά. Δὲν ἔχει μείνει ἴχνος σταγόνας κι ὁ ἀφρὸς χάθηκε κι αὐτός. Τὰ δάχτυλα τῆς πιανίστριας καὶ ἡ φωνὴ τῆς τηλεφωνήτριας ἔχουν γεράσει καὶ δὲν ἔχει μείνει ἄλλος ἐκτὸς ἀπὸ μᾶς τοὺς δύο.'

Γιόκο Ογκάουα, Ο Παράμεσος, μτφρ. Πέτρος Ευαγγελίδης, εκδ. Άγρα

  'Ἡ τέχνη εἶναι [...] ἀνάλογο του θεϊκοῦ βλέμματος, ἀλλὰ ὁ λογοτπεχνης ἐξακολουθεῖ νὰ ζεῖ μέσα στὴν περατότητα — ἑπομένως αὐτὸ ποὺ ἡ τέχνη του βλέπει δημιουργώντας το, ἐκεῖνος δὲν τὸ καταλαβαίνει αὐτομάτως. Αὐτὸ συνήθως τὸ λέμε ἔμπνευση — τόσο συνήθως ὥστε πλέον ἀπὸ τὴν πολλὴ συνήθεια νὰ μὴν καταλαβαίνουμε κἄν τί λέμε. Καὶ φλυαροῦμε ἐνόσω, κατεχόμενος ἀπὸ πνεῦμα, ὁ λογοτέχνης λέει τί βλέπει τὸ βλέμμα τοῦ θεοῦ (δημιουργώντας το) — χωρὶς τὸ δικό του βλέμμα νὰ τὸ βλέπει, ἀφοῦ αὐτὸ ποὺ βλέπει τὸ δικό του βλέμμα μπορεῖ νὰ εἶναι κάτι ἄλλο. Γι’ αὐτὸ τὸ ἔργο δὲν τελειώνει μὲ τὸ δημιουργό του — καὶ μένοντας ἀτέλεστο, παραμένει συντελειακό. Τὸ ἀληθινό ἔργο ἐξακολουθεῖ νὰ μιλάει μετὰ καὶ παρὰ τὸ δημιουργό του· ἀλλὰ ἡ πυκνότητα τῶν ὑποδηλώσεων ποὺ κρύβει ἡ ἀπόφανση αὐτὴ εἶναι τέτοια, πού, γι’ ἄλλη μιᾶ φορά, οἱ συνήθεις ἐπεξηγήσεις της εἶναι ἀπελπιστικὰ ἐπιφανειακές.'

  'Μέσα στὸν κόσμο, ἡ ἐλευθερία ἐκδηλώνεται ὡς προαίρεση καὶ αἵρεση, ἐπιλογή, καὶ ὡς τέτοια εἶναι πηγὴ διχασμοῦ. Ἡ ἀπόλυτα ἐλεύθερη ψυχὴ μέσα στὸν κόσμο εἶναι δέσμια τῶν διχασμῶν της. Γι’ αὐτὸ πίσω ἀπὸ τὴ νεότερη ἀντιπαράθεση φύσως καὶ ἐλευθερίας ἀντηχεῖ ὄχι ἡ ἀρχαία ἀντιπαράθεση τῆς ψυχῆς μὲ τὴ μοίρα της, ἀλλὰ μιὰ ἄλλη, ἡ ἀντιπαράθεση ἀνάμεσα στὴ φύση καὶ τὴ χάρη. Ποὺ σημαίνει ὅτι ἡ φύση χρειάζεται, στὸ στάδιο τῆς πτώσεως στὸ ὁποῖο βρίσκεται, μιὰ ἔξωθεν βοήθεια γιὰ νὰ ἀποκατασταθεῖ. Γιὰ νὰ ἀποκαταστήσει τὴν ἐλευθερία της. Γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ διαμορφώσε ὁ Χριστιανισμός, ἡ ἐλευθερία στὸ στάδιο τῆς πτώσεως λέγεται ἐνοχή. Στὸ χρόνο τῶν ἐξωτερικῶν συμβάντων ὁ ἀνθρωπος μοιάζει δέσμιος καταστάσεων, μιᾶς πλοκῆς καταστάσεων ποὺ δὲν ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸν ἴδιο. Στὸ χρόνο τῆς ψυχῆς, πρὶν ἀπὸ τὰ έξωτερικὰ συμβάντα, ὑπάρχει πάντα μιὰ ψυχικὴ ἐπιλογή. Καὶ πάλι, στὸν ἐξωτερικὸ χρόνο φαίνεται σὰν οἱ συνέπειες τῆς ἐπιλογῆς συχνὰ νὰ ἀργοῦν, σὲ βαθμὸ ποὺ κάποτε νὰ μῆν εἶναι δυνατὸς ὁ ἐντοπισμός τους. Ἀλλὰ εῑναι ἐπειδὴ ὁ χρόνος ἀνακατεύει τὰ κομμάτια τοῦ ψηφιδωτοῦ ἔτσι ποὺ ἡ εἰκόνα τῆς ψυχῆς νὰ γίνεται ἀγνώριστη, καὶ ὁ ἐσωτερικὸς χρόνος πρέπει νὰ ἐνώσει τὰ διεστῶτα.'


Χρήστος Μαρσέλλος, Pallaksch I, εκδ. Περισπωμένη

  'Οι πρώτοι διανοούμενοι της περιόδου της ανεξαρτησίας όχι μόνο αντιμετώπιζαν το κλασικό παρελθόν με σεβασμό ανάλογο προς την περιφρόνησή τους για το Βυζάντιο, αλλά και απαξιούσαν να ασχοληθούν με την κληρονομιά των τετρακοσίων χρόνων της οθωμανικής κατοχής. Πραγματικά, ο Κοραής διακήρυξε στην αυτοβιογραφία του ότι στο λεξιλόγιό του «Τούρκος» και «άγριο θηρίο» είναι συνώνυμα. Ωστόσο, η περίοδος της Τουρκοκρατίας άσκησε βαθιά επίδραση στη διαμόρφωση και εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας. Η οθωμανική κυριαρχία είχε ως αποτέλεσμα την απομόνωση του ελληνικού κόσμου από τα μεγάλα ιστορικά κινήματα, όπως η Αναγέννηση, η Μεταρρύθμιση, η Επιστημονική Επανάσταση του 17ου αιώνα, ο Διαφωτισμός, η Γαλλική και η Βιομηχανική Επανάσταση, κινήματα που επηρέασαν πολύ την ιστορική εξέλιξη της δυτικής Ευρώπης. Στο μεγαλύτερο διάστημα της περιόδου αυτής τα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην Ευρώπη συνέπιπταν γενικότερα με τα όρια ανάμεσα στην Ορθοδοξία και τον Καθολικισμό. Ο συντηρητισμός της ιεραρχίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας ενίσχυσε ακόμα περισσότερο αυτή την απομώνοση. Ακόμα και στη δεκαετία του 1790, για παράδειγμα, οι Έλληνες κληρικοί εξακολουθούσαν να καταδικάζουν τις ιδέες του Κοπέρνικου και να ισχυρίζονται ότι ο Ήλιος κινείται γύρω από τη Γη. Αυτός ο συντηρητισμός ενισχύθηκε και από την εχθρότητα απέναντι στη Δύση, που είχε τις ρίζες της στη μεγάλη πικρία για τον τρόπο με τον οποίο η καθολική Ευρώπη προσπάθησε να επιβάλει την αποδοχή του παπικού πρωτείου ως τίμημα για τη στρατιωτική της βοήθεια, όταν η Βυζαντινή Αυτοκρατορία αντιμετώπιζε την απειλή των Οθωμανών Τούρκων.
   Η φαυλότητα της οθωμανικής εξουσίας και η εξασθένηση του κύρους των νόμων συνετέλεσαν στη διαμόρφωση των βασικών αξιών της ελληνικής κοινωνίας και στη δημιουργία νοοτροπιών απέναντι στο κράτος και την εξουσία που εξακολουθούν να υφίστανται μέχρι σήμερα. Ένας τρόπος αυτοάμυνας κατά της αυθαιρεσίας αυτής ήταν η εξασφάλιση της προστασίας υψηλά ιστάμενων πατρώνων, οι οποίοι θα μεσολαβούσαν σε εκείνους που κατείχαν ισχυρές και προνομιακές θέσεις. Κι αυτό συμβάδιζε με μια στάση δυσπιστίας απέναντι σε όσους βρίσκονταν εκτός του κύκλου της ευρύτερης οικογένειας. Η ανάγκη για προστασία συνέχιζε να υπάρχει και στο νέο κράτος και, από τη στιγμή που εγκαθιδρύθηκε το συνταγματικό πολίτευμα, οι βουλευτές έγιναν το φυσικό επίκεντρο των πελατειακών σχέσεων, οι οποίες διαπέρασαν ολόκληρη την κοινωνία. Σε αντάλλαγμα για την εκλογική τους υποστήριξη, οι ψηφοφόροι προσδοκούσαν από αυτούς που είχαν ψηφίσει να βοηθήσουν τους ίδιους και τις οικογένειές τους να βρουν εργασία, κατά προτίμηση στον διογκωμένο δημόσιο τομέα —τη μόνη ασφαλή πηγή απασχόλησης σε μια υπανάπτυκτη οικονομία— και να μεσιτεύσουν σε μια γενικά δύσκαμπτη γραφειοκρατία. Τόσο το ρουσφέτι, η αμοιβαία παροχή εκδουλεύσεων που παραδοσιακά κινούσε τους τροχούς της κοινωνίας, όσο και τα μέσα, οι χρήσιμες και απαραίτητες σε πολλούς τομείς της καθημερινής ζωής διασυνδέσεις, ενισχύθηκαν ακριβώς κατά της περίοδο της τουρκικής κυριαρχίας.'

Ρίτσαρντ Κλογκ, Συνοπτική Ιστορία της Ελλάδας 1770-2000, μτφρ. Λυδία Παπαδάκη & Μαρία Μαυρομμάτη, εκδ. Κάτοπτρο