Clip from Claire Denis’ Beau Travail (1999)

  'Εάν θεωρήσουμε [...] τις προϋποθέσεις της ευτυχίας, «της ηδονής η οποία διαρκεί μια μόνο στιγμή» (O. Wilde), εάν θεωρήσουμε ότι, το συναίσθημα του να υπάρχεις, γίνεται περισσότερο αισθητό, όταν τα όρια του σώματος έχουν διαβρωθεί, τότε κάνουμε μια κυκλική κίνηση, για να τοποθετηθούμε μέσα στην αλληλουχία της παιδικής ανθρώπινης μοίρας, καθώς επίσης και στο αντίθετό της.
   Ο άνθρωπος, από βιολογική άποψη, γεννιέται ανώριμος. Γιατί η ζωή σημαδεύεται από διακεκομμένες αγωνίες, παρόλο που διαθέτει μνήμη και αυτές οι αγωνίες αποτυπώνονται βαθιά, όσον αφορά στα σωματικά βιώματα. Δε γνωρίζω εάν το αντικείμενο γεννιέται μέσα στο μίσος, πρέπει όμως να γεννηθεί μέσα στη σύγχυση, να είναι το καλύτερο και συγχρόνως το χειρότερο.
  Ο μελλοντικός αντικειμενότροπος γενετήσιος χώρος προαγγέλεται από μια πρόωρη, οιδιπόδεια κατάσταση, που οφείλεται στη βιολογική ανωριμότητα του ανθρώπου, όταν γεννηθεί. Είναι κερματισμένος —πρόκειται για τον διφασικό χαρακτήρα της ανθρώπινης σεξουαλικότητας—. Έχοντας βιωθεί, σύμφωνα με στοματικές, πρωκτικές και ουριθρικές εμπειρίες, παραμένει σφραγισμένη απο εγγενείς συγκρούσεις, που οφείλονται σε επιθυμίες, που είναι αντίθετες, έντονες και οι οποίες έχουν μεταλλαγεί από τις συγκρούσεις με το περιβάλλον. Το περιβάλλον αυτό αποκτά χαρακτήρα εξωτερικού στοιχείου, το οποίο γίνεται αντιληπτό στο βαθμό που αποβαίνει ένα διαμορφώσιμο αντικείμενο —το οποίο μπορεί να παρακρατηθεί ή να εξοβελιστεί— μέσω των «παιχνιδιών με τους σφιγκτήρες» οι οποίοι, ωστόσο, είναι ώριμοι, νευροφυσιολογικά.'

  '[...] το χειρότερο για τον άνρθωπο, για μένα, είναι μια κανονική ζωή, ένας σταθερός μισθός, που συμβαδίζει με μια στερεότυπη και ελάχιστα εξελίξιμη εργασία. Αυτό είναι ένα αφηρημένο σχήμα, εφόσον κάθε ζωή έχει διαφορετικές διαστάσεις. Όταν, όμως, γίνεται λόγος για περιορισμό της δυστυχίας, φαίνεται ότι πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη αυτή την ατροφία, με τίμημα να υιοθετήσουμε μια στάση περιφρονητικής παραγνώρισης. Ας προσθέσουμε ακόμη ότι η αλήθεια, από την οποία παραιτούνται οι επιστήμονες, αλλά, την οποία προτάσσουν οι ιδεολόγοι, όταν είναι ωμή ή θεωρείται γνωστή, δεν αργεί να εμφανιστεί ως φανατισμός και θάνατος.
   Η καλλιέργεια της γης, η φροντίδα των παιδιών, που πρέπει να ανατραφούν, της ύλης που πρέπει να μεταπλαστεί η φροντίδα να υπερνικηθούν οι δυσκολίες του έρωτα, είναι μέσα σις απαιτήσεις του ανθρώπου. Τέλος, η έγνοια, ώστε το υποκείμενο να είναι σε θέση να χρησιμοποιεί όλες του τις ικανότητες, η πνευματική καλλιέργεια, με την πιο πλατιά της έννοια, προσφέρει πάντοτε σ’ αυτόν που την κατέχει τον τρόπο, με τον οποίο μπορεί να αναζωογονήσει αυτή τη «διαφορά, που υπάρχει ανάμεσα στην ικανοποιητική απόλαυση, που έχει πετύχει και σ’ αυτή που απαιτεί» .'


Ilse Barande, 'Η Διφυΐα μας: «Οι Διαστροφές»: Ο Χώρος τους, οι Προελέυσεις τους', από το Η Άλλη Σεξουαλικότητα: Επτά Ψυχαναλυτικά Δοκίμια για τις Σεξουαλικές Διαστροφές, μτφρ. Λεία Τριανταφύλλου & Δροσούλα Τσαρμακλή, εκδ. Νεφέλη
Oskar Benedek’s


Θεέ μου


θυμάσαι εκείνο το κοριτσάκι
που έπαιζε στη χλόη
απέναντι;

άκου τι έγινε
απ’ τη μια στιγμή
στην άλλη:
καινούργιο στήθος
στρογγυλός κώλος
μακριές γάμπες
μακριά μαλλιά

μάτια
ζαφείρια.

δεν μπορούμε πια
να τη σκεφτόμαστε
όπως παλιά.

τώρα είναι
ένας δεκαπεντάχρονος
μπελάς.

*

σχετικά με τον ανταγωνισμό


όσο πιο ψηλά σκαρφαλώνεις
τόσο μεγαλύτερη είναι η πίεση.

όσοι καταφέρνουν ν’ αντέξουν
μαθαίνουν
πως η απόσταση
από την κορυφή
μέχρι τον πάτο
είναι τόσο μεγάλη
που καταντάει
αισχρότητα

κι όσοι
πετυχαίνουν
ξέρουν
το εξής μυστικό:
δεν υπάρχει μυστικό

μπορείς απλώς
να πέσεις
και να γκρεμοτσακιστείς.

*

ανελέητη θλίψη


τα τελευταία τσιγάρα είναι τώρα αποτσίγαρα,
οι φραντζόλες φέτες και ψίχουλα,
και για να μην εκληφθεί αυτό
ως πίκρα και λύπη και ξινίλα
πνίξ’ τη στο κρασί.

είσαι κάτι πολύ παραπάνω από νεκρή:
είμαι το τασάκι για τις στάχτες σου,
είμαι η παλάμη που διώχνει την κάπνα σου.

το τρομερότερο πράγμα σχετικά με τη ζωή
είναι ν’ ανακαλύπτεις ότι πήγε χαμένη.

*

στοιχεία


οι πουτάνες κι οι σπουδαίοι ποιητές
θα ’πρεπε ν’ αποφεύγουν
οι μεν τους δε: τα επαγγέλματά τους
παρουσιάζουν επικίνδυνες ομοιότητες·
από τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία ως την εποχή
της ατομικής ενέργειας υπάρχουν
ισάριθμες πουτάνες και ποιητές
και οι αρχές
πασχίζουν διαρκώς
να βγάλουν στην παρανομία
τις πρώτες
και να αγνοήσουν
τους δεύτερους
―κι αυτό αποδεικνύει
πόσο απειλητική
είναι τελικά
η ποίηση. 



Τσαρλς Μπουκόβσκι, Να Περιφέρεσαι στην Τρέλα, μτφρ. Σώτη Τριανταφύλλου, εκδ. Ηλέκτρα

καλλιτέχνες του γλυκού νερού


δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο
απ’ τον απελπιστικά ατάλαντο
καλλιτέχνη.

αντίθετα απ’ τους χαρισματικούς,
οι ατάλαντοι
διαθέτουν άφθονη ζωντάνια
κι άλλη τόση αυτοπεποίθηση.

ευτυχώς, για μας,
σπάνια συναντάμε
τέτοιους·
μονάχα
σε μικρά πάρτυ
και σε
φτηνά καφέ.

δεν χρειάζεται να
πας στο διάολο
για να μάθεις πώς είν’
η κόλαση: αρκεί να κοιτάξεις
και ν’ ακούσεις
έναν απ’ αυτούς:
έτσι, παίρνεις
μια
γεύση.

μοιάζει να υπάρχει
ένας απλός αθάνατος
κανόνας:

όσο μικρότερο είναι το
ταλέντο
τόσο πιο
σίγουροι είναι
γι’ αυτό.

*

πόδια στη φωτιά


Ιούνιος, αργά τη νύχτα,
κοινός πόνος λες και στο στομάχι τριγυρίζει ποντικός
παγιδευμένος
τι γενναίοι που είμαστε καθώς περπατάμε διαρκώς μέσα
απ’ αυτήν
την τρομερή
φλόγα
ενώ
μας τυφλώνει ο ήλιος
ενώ μας τυλίγει μια σκοτεινή πλημμύρα
συνεχίζουμε το δρόμο μας―
γεμίζουμε βενζίνη το ρεζερβουάρ, τραβάμε το καζανάκι,
πληρώνουμε λογαριασμούς― ενώ
επιπλέουμε στον πόνο μας
τινάζουμε τα πόδια
κουνάμε τα δάχτυλά τους
ακούγοντας αταίριαστες μελωδίες
που πλανιούνται στον αέρα
ενώ η οδύνη κατατρώει πια την ψυχή.
ναι, πιστεύω πως είμαστε αξιοθαύμαστοι κι ατρόμητοι
ωστόσο, έπρεπε να τα ’χαμε
παρατήσει
προ πολλού, καλά
δεν λέω;

κι όμως
να που καθόμαστε
κι ανοίγουμε καινούριο
μπουκάλι ακούγοντας
Σοστακόβιτς.
έχουμε πεθάνει τόσες φορές που πια είναι ν’ απορείς
γιατί σκοτιζόμαστε
στην ιδέα του θανάτου.

έτσι
τούτο το ποτό το βάζω για
όλους εμάς
και
βάζω άλλο ένα
για
τον εαυτό μου.

*

σε παρακαλώ


τώρα τελευταία, τις νύχτες, σκέφτομαι τα χρόνια και τις
γυναίκες που έφυγαν και χάθηκαν για πάντα
δεν με πειράζει που οι γυναίκες έφυγαν, ούτε καν τα χρόνια που
χάθηκαν για πάντα
μου αρκεί
να βρούμε τώρα λίγη γαλήνη ―ένα χρόνο γαλήνης, ένα μήνα
γαλήνης, μια βδομάδα γαλήνης―
όχι γαλήνη και ειρήνη για τον κόσμο― μόνο μια εγωιστική ιδέα γαλήνης
για μένα τον ίδιο
για ν’ αφεθώ τεμπέλικα σαν να βυθιζόμουν σε πράσινα ζεστά
νερά, μια ιδέα μονάχα, μια ώρα, λίγη
γαλήνη, ναι, τη νύχτα, τη νύχτα που αναπολώ
τα χαραμισμένα χρόνια και τις γυναίκες που έφυγαν, τη
νύχτα, αυτή την ατέλειωτη
σκοτεινή και μοναχική
νύχτα.

*

χιονάτη


συνεχίζεται
η αργή υποχώρηση, καταγράφοντας τις πληγές,
τις αποδράσεις, τ’ ακρωτηριασμένα χρόνια.

πάντα κάτι έμπαινε στη μέση, κάτι πήγαινε στραβά,
κάτι δεν αρκούσε.

συνεχίζεται
η αργή υποχώρηση,
παίρνοντας μαζί την ηλικία: ένα πρόσθετο βάρος,
γαλήνη δεν βρέθηκε ούτε και τώρα.

τραβάς μια τρίχα κι είναι κατάλευκη σαν
χιόνι.

Υποχωρείς αργά, χωρίς σάλπιγγες,
και δεν μπορείς παρά ν’ αναρωτιέσαι, πάλεψες άραγε
όσο μπορούσες;

ή ήταν όλα
ένα ανόητο στοιχείο;
το μόνο που μας μένει είναι να ελπίζουμε πως όχι.

συνεχίζεται
η αργή υποχώρηση, οπισθοχωρείς, ώσπου
επιτέλους
φτάνεις πάλι στην αρχή
κι εκεί δεν μπορεί πια κανένας να σε
βρει.

*

απολογισμός

κι άλλες χαμένες μέρες,
ξεκοιλιασμένες μέρες,
εξατμισμένες μέρες.

κι άλλες χαραμισμένες μέρες,
σπαταλημένες μέρες,
δαρμένες μέρες,
ακρωτηριασμένες.

το πρόβλημα είναι ότι
το άθροισμα των ημερών
μας κάνει μια ζωή,
τη ζωή μου.

κάθομαι εδώ
εβδομήντα τριών χρονών
ξέροντας ότι ξεγελάστηκα
τα ’κανα θάλασσα,
τσιγκλάω τα δόντια μου
με μια οδοντογλυφίδα
που
σπάει.

ο θάνατος θα ’πρεπε να ’ρχεται εύκολα:
σαν εμπορικό τρένο που
δεν τ’ ακούς όταν
έχεις
την πλάτη γυρισμένη.



Τσαρλς Μπουκόβσκι, Η Λάμψη της Αστραπής Πίσω Από το Βουνό, μτφρ. Σώτη Τριανταφύλλου, εκδ. Ηλέκτρα
Jeune fille et la bicyclette (1946) - Hans Bellmer

οφείλουμε


οφείλουμε να φέρουμε
το δικό μας φως
στο σκοτάδι.

κανείς δεν πρόκειται
να το κάνει αυτό για μας.

καθώς τα μικρά αγόρια
κατεβαίνουν
με τα σκι τους
τις πλαγιές

καθώς ο ψήστης
εισπράττει
τον τελευταίο μισθό του

καθώς το σκυλί κυνηγάει
το σκυλί

καθώς ο μετρ του σκακιού
χάνει πολύ περισσότερα
από ένα παιχνίδι

οφείλουμε να φέρουμε
το δικό μας φως
στο σκοτάδι.

κανείς δεν πρόκειται
να το κάνει αυτό για μας,

καθώς όποιος είναι μόνος
τηλεφωνεί
σ’ οποιονδήποτε
οπουδήποτε

καθώς το μεγάλο κτήνος
τρέμει
απ’ τους εφιάλτες

καθώς η τελευταία περίοδος
τελειώνει σιγά σιγά

κανείς δεν πρόκειται
να το κάνει αυτό για μας.
*

ηλίθιος πόνος



ένα σκληρό σκληρό
πρόσωπο
κάτω από ένα σκληρό
σκληρό
δέρμα

τι θαυμάσιο κορμί
όμως

και τα κόκκινα μαλλιά σου
τόσο μακριά
όταν όμως
τ’
ΑΓΓΙΞΑ

ήταν
πιο σκληρά κι από
χορδές
κι άγρια σαν κουρούνα
που ουρλιάζει

τι υπέρο-
χο
όμως κορμί

μέρος
του προβλήματος
ήταν ότι
πίστευα πως θα
μπορούσες
ν’ αλλάξεις
σε κάτι
άλλο.

ένα άλλο
είναι
πως με το ζόρι
αξίζεις
να γράψω για σένα
πια

και τώρα που ’μαι
ελεύθερος
απ’ αυτό

έχω μια καινούρια
πιο λογική
αγωνία.

*

γρήγορος κι αργός


δεν υπάρχει αμφιβολία, ο κλοιός
σφίγγει.

στέλνω έξω φωτοβολίδες.
καμία
απάντηση.

κι αυτό δεν μου
προκαλεί έκπληξη

το ότι συνεχίζω
μου προκαλεί

ειδικά
ενώ ξέρω
πως το τέλος
βρίσκεται
εκεί

κι
εδώ.

*

τύχη


κάποτε
ήμασταν νέοι
σε τούτη
τη μηχανή…
πίναμε
καπνίζαμε
γράφαμε

ήταν μια
εξαίσια
θαυμάσια
εποχή

ακόμα
είναι

μόνο που τώρα
αντί να
πηγαίνουμε προς
τον χρόνο
έρχεται
εκείνος προς
εμάς

κάνει την κάθε λέξη
να χώνεται
μες στο χαρτί

καθαρή

γρήγορη
σκληρή

να γεμίζει
ένα κενό
που πλησιάζει.



Τσαρλς Μπουκόβσκι, 70 Χρόνια Φαγούρα, μτφρ. Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος, εκδ. Ηλέκτρα

'In the name of God, the Lord of Mercy, the Giver of Mercy

By the morning brightness and by the night when it grows still, your Lord has not forsaken you [...], nor does He hate you, and the future will be better for you than the past; your Lord is sure to give you [so much] that you will be well pleased. Did He not find you an orphan and shelter you, find you lost and guide you, find you in need and satisfy your need?'


from The Qur'an: A New Translation by M. A. S. Abdel Haleem, publisher: Oxford University Press

  'Hugo smiled, and then Isabelle wound up the mouse. They watched it skitter across the counter.
   [...] “Did you ever notice that all machines are made for some reason?” he asked Isabelle. “they are built to make you laugh, like the mouse here, or to tell the time, like clocks, or to fill you with wonder, like the automation. Maybe that’s why a broken machine always makes me a little sad, because it isn’t able to do what it was meant to do.”
   Isabelle picked up the mouse, wound it again, and set it down.
    “Maybe it’s the same with people,” Hugo continued. “If you lose your purpose . . . it’s like you’re broken.”'
  '“It’s so beautiful,” said Isabelle. “It looks like the whole city is made out of stars.”
   “Sometimes I come up there at night, even when I’m bot fixing the clocks, just to look at the city. I like to imagine that the world is one big machine. You know, machines never have any extra parts. They have the exact number and type of parts they need. So I figure if the entire word is a big machine, I have to be here for some reason. And that means you have to be here for some reason, too.”'
Brian Selznick, The Invention of Hugo Cabret, publisher: Scholastic Press