'Τὸ γὰρ εὖ βουλεύεσθαι κέρδος μέγιστον εὑρίσκω ἐόν· εἰ γὰρ καὶ ἐναντιωθῆναί τι θέλει, βεβούλευται μὲν οὐδὲν ἧσσον εὖ, ἕσσωται δὲ ὑπὸ τῆς τύχης τὸ βούλευμα· ὁ δὲ βουλευσάμενος αἰσχρῶς, εἴ οἱ ἡ τύχη ἐπίσποιτο, εὕρημα εὕρηκε, ἧσσον δὲ οὐδέν οἱ κακῶς βεβούλευται. Ὁρᾷς τὰ ὑπερέχοντα ζῷα, ὡς κεραυνοῖ ὁ θεὸς οὐδὲ ἐᾷ φαντάζεσθαι, τὰ δὲ σμικρὰ οὐδέν μιν κνίζει· ὁρᾷς δὲ ὡς ἐς οἰκήματα τὰ μέγιστα αἰεὶ καὶ δένδρεα τὰ τοιαῦτα ἀποσκήπτει τὰ βέλεα. Φιλέει γὰρ ὁ θεὸς τὰ ὑπερέχοντα πάντα κολούειν. Οὕτω δὲ καὶ στρατὸς πολλὸς ὑπὸ ὀλίγου διαφθείρεται κατὰ τοιόνδε· ἐπεάν σφι ὁ θεὸς φθονήσας φόβον ἐμβάλῃ ἢ βροντήν, δι' ὧν ἐφθάρησαν ἀναξίως ἑωυτῶν. Οὐ γὰρ ἐᾷ φρονέειν μέγα ὁ θεὸς ἄλλον ἢ ἑωυτόν. ᾿Επειχθῆναι μέν νυν πᾶν πρῆγμα τίκτει σφάλματα, ἐκ τῶν ζημίαι μεγάλαι φιλέουσι γίνεσθαι· ἐν δὲ τῷ ἐπισχεῖν ἔνεστι ἀγαθά, εἰ μὴ παραυτίκα δοκέοντα εἶναι, ἀλλ' ἀνὰ χρόνον ἐξεύροι τις ἄν.'
  'Μαθὼν δέ μιν Ἀρτάβανος ὁ πάτρως, ὃς τὸ πρῶτον γνώμην ἀπεδέξατο ἐλευθέρως οὐ συμβουλεύων Ξέρξῃ στρατεύεσθαι ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα, οὗτος ὡνὴρ φρασθεὶς Ξέρξην δακρύσαντα εἴρετο τάδε· “Ὦ βασιλεῦ, ὡς πολλὸν ἀλλήλων κεχωρισμένα ἐργάσαο νῦν τε καὶ ὀλίγῳ πρότερον· μακαρίσας γὰρ σεωυτὸν δακρύεις.” Ὁ δὲ εἶπε· “Ἐσῆλθε γάρ με λογισάμενον κατοικτῖραι ὡς βραχὺς εἴη ὁ πᾶς ἀνθρώπινος βίος, εἰ τούτων γε ἐόντων τοσούτων οὐδεὶς ἐς ἑκατοστὸν ἔτος περιέσται.” Ὁ δὲ ἀμείβετο λέγων· “Ἕτερα τούτου παρὰ τὴν ζόην πεπόνθαμεν οἰκτρότερα. Ἐν γὰρ οὕτω βραχέϊ βίῳ οὐδεὶς οὕτω ἄνθρωπος ἐὼν εὐδαίμων πέφυκε, οὔτε τούτων οὔτε τῶν ἄλλων, τῷ οὐ παραστήσεται πολλάκις καὶ οὐκὶ ἅπαξ τεθνάναι βούλεσθαι μᾶλλον ἢ ζώειν. Αἵ τε γὰρ συμφοραὶ προσπίπτουσαι καὶ αἱ νοῦσοι συνταράσσουσαι καὶ βραχὺν ἐόντα μακρὸν δοκέειν εἶναι ποιεῦσι τὸν βίον. Οὕτως ὁ μὲν θάνατος μοχθηρῆς ἐούσης τῆς ζόης καταφυγὴ αἱρετωτάτη τῷ ἀνθρώπῳ γέγονε, ὁ δὲ θεὸς γλυκὺν γεύσας τὸν αἰῶνα φθονερὸς ἐν αὐτῷ εὑρίσκεται ἐών.”'
*
  [από λόγο του Αρτάβανου στον Ξέρξη:] 'Τίποτα δεν είναι πιο συνετό για έναν άνδρα από το να σκέφτεται σοβαρά και προσεκτικά τα σχέδιά του· ακόμα κι αν τα πράγματα στραφούν εναντίον του και ανεξέλεγκτες δυνάμεις ρίξουν τις προσπάθειές του στο κενό, έχει τουλάχιστον την ικανοποίηση ότι η αποτυχία δεν οφειλόταν σε δικό του λάθος αλλά στην τύχη, αφού τα σχέδιά του ήταν καλά καταστρωμένα· αν, αντίθετα, διακινδυνεύσει απερίσκεπτα και νικήσει από τύχη, αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι δεν ήταν τέλεια προετοιασμένος. Ξέρεις, βασιλιά, ότι απ’ όλα τα πλάσματα, ο θεός χτυπά με κεραυνό του τα πιο μεγαλόπρεπα, από φθόνο για την περηφάνια τους. Τα μικρά δεν τον ενοχλούν. Τα αστροπελέκια χτυπούν πάντα τα μεγάλα κτίρια και τα ψηλά δέντρα. Ο θεός θέλει να ταπεινώνει τους ξεχωριστούς. Πολλές φορές ένας μεγάλος στρατός κατατροπώθηκε από έναν πολύ μικρότερο, όταν ο θεός, σπρωγμένος από ζήλια, έσπειρε τον φόβο στις καρδιές των ανδρών ή έστειλε μια φοβερή καταιγίδα και τους συνέτριψε μ’ έναν τρόπο που δεν τους άξιζε. Γιατί ο θεός δεν ανέχεται παρά μόνο τη δική του αλαζονεία. Η βιασύνη είναι μητέρα της αποτυχίας―κι η αποτυχία προκαλεί πολλές συμφορές· αντίθετα, στην εφεκτική στάση φωλιάζει το κέρδος, που ίσως δεν είναι εμφανές από την αρχή, αλλά θα βγει στην επιφάνεια, αναμφίβολα, όσο περνάει ο καιρός.'
   'Ο θείος του Αρτάβανος, ο άντρας που του είχε πει ανοιχτά τη γνώμη του κι είχε προσπαθήσει να τον αποτρέψει απ’ αυτή την εκστρατεία, στεκόταν πλάι του· όταν είδε τον βασιλιά να κλαίει, του είπε: «Βασιλιά μου, σίγουρα υπάρχει μεγάλη αντίφαση στα τωρινά σου δάκρυα με τον προηγούμενο ενθουσιασμό σου. Πριν έλεγες ότι είσαι τυχερός και τώρα θρηνείς». Ο Ξέρξης απάντησε: «Σκεφτόμουν και θυμήθηκα πόσο θλιβερά μικρή είναι η ανθρώπινη ζωή· απ’ όλες αυτές τις χιλιάδες ανδρών ούτε ένας δεν θα ζει σε εκατό χρόνια». Ο Αρτάβανος είπε: «Υπάρχουν πολύ θλιβερότερα πράγματα στη ζωή απ’ αυτό. Μολονότι η ζωή είναι σύντομη, δεν υπάρχει ούτε ένας άνδρας στον κόσμο, εδώ ή οπουδήποτε, που είναι αρκετά ευτυχισμένος, ώστε να μην ευχηθεί―κι όχι μία αλλά δεκάδες φορές― να πεθάνει. Υπάρχουν προβλήματα, αρρώστιες ―κι όλα αυτά κάνουν τη ζωή, παρά τη συντομία της, να μας φαίνεται ανυπόφορα μακριά. Κι είναι τόσο βαρύ το φορτίο της, ώστε ο θάνατος είναι ένα καταφύγιο που όλοι μας αποζητάμε· εξάλλου, όλοι ξέρουν ότι ο θεός που μας έδωσε μια γεύση από τη γλύκα αυτού του κόσμου, στάθηκε πολύ φθονερός.»'
Ηρόδοτος, Ιστορία 7: Πολύμνια, μτφρ. Φιλολογική Ομάδα Κάκτου, εκδ. Κάκτος

  'What does the transcendental Aesthetic represent? Not the traditional division of the sensible and the intelligible but rather the division between two forms (a priori) within the “sensible” or intuitive itself. The first and most fundamental result is that there is no intuitus originatus. Whether it was situated as arche or as telos, within the divine or within the human (as either pure intellectual self-consciousness in Descartes or pure empirical sensibility in Hume), what had heretofore ensured the philosophical itself disappears. As a result, all that remains of the subject is the “I” as an “empty form” (a pure logical necessity, said Kant; a grammatical exigency, Nietzche will say) that “accompanies my representations”. This is so because the form of time, which is the “form of the internal sense,” permits no substantial presentation. As it well known, the Kantian “cogito” is empty.'

  'This awakening of the subject is accompanied by an apparently compensatory “promotion”of the moral subject which, as we know, launches a variety of philosophical “careers”. Without oversimplifying or hardening the contours of a question that merits extended analysis, we cannot fail to note that this “subject” without mathesis, even of itself. It is indeed posited as freedom, and freedom is the locus of “self-consciousness”. But this does not imply that there is any cognition―or even consciousness―of freedom, for freedom in turn is posited only as ratio essendi of the moral law within us, which, because it is only a fact (a factum rationis, as Kant says), can provide only a ratio cognoscendi of freedom, which produces no cognition. This fact (the imperative, the universality of the law) is neither an intuition nor a concept. As a moral subject, in sum, the subject recovers none of its substance. Quite to the contrary, the question of its unity, and thus of its very “being-subject,” is brought to a pitch of high tension.'

Philippe Lacoue-Labarthe & Jean-Luc Nancy, The Literary Absolute: The Theory of Literature in German Romanticism, translated with an Introduction and Additional Notes by Philip Barnard & Cheryl Lester, publisher: State University of New York Press

  'Η Αγρύπνια είναι ένας τρόπος να βλέπουμε, με του «μυαλού το μάτι», τον άπειρο χαόκοσμο. Με την ποικιλομορφία της, τη συνεχή μεταβλητότητά της και την από στιγμή σε στιγμή μη προβλέψιμότητά της, είναι ένα παράδειγμα μυστήριας τάξης μέσα στο χάος. Τροχάλα κουτρουβαλούν σε ένα παγερό τοπίο, προβάλλουν από το έδαφος λεκιασμένα με λειχήνες και μούσκλα, δέντρα ξεφυτρώνουν στο ξέφωτο, τυχαία κλαδιά και κλαδάκια ένα κουβάρι, πουλιά σκορπισμένα σε ένα λιβάδι σαν σκορπισμένη σκόνη τιτιβίζουν δαιμονισμένα και ξαφνικά μαζεύονται και πετούν σε ένα οργανωμένο κοπάδι, μια αστραποβροντή σχίζει τον ουρανό.'

  'Στην καρδιά του παράξενου χαοτικού ελκυστή της Αγρύπνιας πάλλει το μιγαδικό (φανταστικό και πραγματικό) σύνολο της κλασματικής αυτοομοιότητας, που με μαθηματική καθαρότητα εκφράζει τη βαθύτερη δομή του φυσικού κόσμου και του χαόκοσμου της Αγρύπνιας. Το μέρος περιέχει το όλον, το οποίο το περιέχει. Ένα ολομερικό, αυτοόμοιο σύνολο. Ένα ολόγραμμα της χαοτάξης του χαόκοσμού της και του κόσμου μας είναι η Αγρύπνια. «Όταν ένα μέρος τόσο μικρό κάνει τη δουλειά για το όλο, γρήγορα μαθαίνουμε να χρησιμοποιούμε ένα ολογιακομματάκι» [...].'

  'Συγχώνευση και ρευστότητα χαρακτηρίζουν την αδιαίρετη πραγματικότητα της Αγρύπνιας, τονίζοντας τις ρευστές αλληλοσυνδέσεις μεταξύ των νοημάτων και των σημασιών. Απελευθερωμένες από το παραδοσιακό τους σχήμα, οι λέξεις συγχωνεύονται η μία μέσα στην άλλη, χάνουν τον παραδοσιακό τους ρόλο ως σύμβολα ή σημεία διακριτών οντοτήτων και αναλαμβάνουν τον ρόλο του δεσμού μεταξύ εμφανώς αποσυνδεδεμένων (μεταξύ των) συμβάντων. Τα συμβαίνοντα και οι άνθρωποι στην Αγρύπνια είναι «πανταλληλοσυγχωνευμένοι» [...].'

  'Η Αγρύπνια των Φίννεγκαν είναι ένα «ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΟ ΔΙΑΜΕΣΟΥ ΤΟΥ ΜΕΡΙΚΟΥ ΚΑΘΟΛΙΚΟΥ» [...]. Ένα ολόγραμμα του πάγκοσμου (όπου το μέρος περιέχει το όλον το οποίο περιέχει το μέρος) και του χαόκοσμου (όπου το χάος περιέχει την τάξη, που προκύπτει μέσα από το χάος). Τα πρόσωπα της Αγρύπνιας είναι λίγα, αλλά οι όψεις τους είναι πολλές. Μεταμορφούμενα το ένα στο άλλο, πρόσωπα, αντικείμενα και συμβαίνοντα σχηματίζουν ένα αυτοπεριεχόμενο συνεχές, αμοιβαίως αλληλοεξαρτώμενων στοιχειών, σε συνεχή κίνηση και ροή.'


Ελευθέριος Ανευλαβής, Η Αγρύπνια των Φίννεγκαν του Τζέημς Τζόϋς: Περί Τίνος Πρόκειται;, εκδ. Κάκτος