Διέσχισα όλες τις απάνθρωπες χιονοστιβάδες
που φυλακισμένος το ίδιο κορμί
εγγαστρίμυθος
αναποδογυρισμένος σε σκοτεινούς λαβυρίνθους
διάτρητος
μπουσουλώντας τα μάτια
τη σιωπή υγρή το σκοτάδι
που δανείζοντας τη φωνή μου
ξένα περάσματα
πάνω
τώρα γαλήνη εγχάρακτος

* * *

Μαύρο το χώμα που καρπίζει τη γης
κι οι μυώνες συσπώνται
μαύρη η βροχή που ποτίζει το χώμα
κι η γη που φουσκώνοντας γεμάτη ζωή
μαύρος ο άγγελος που θερίζει το θέρος
και τα στάχυα στον κάμπο που τρικυμία χρυσή
μαύρο το χιόνι που πέφτει και λιώνει
κι οι πολύβουοι δρόμοι που την πόλη σιωπή
μαύρα τα φώτα και τα πεθαμένα χωριά
και στη μασίνα που το ξύλο δεν καίει φωτιά
μαύρη στην πλατεία το χειμώνα το σκοτάδι σιωπή
κι η γοργόνα που πνίγοτας στη βρύση νεκρή
μαύρα τα χείλια σου που δαγκώνοντας τον έρωτα τα χαράματα
κι αίμα να στάζεις τα δόντια υγρή
το κορμί που το σκεύος που άδειο
κι η ζωή μου κενή


Ζ. Δ. Αϊναλής, Μυθολογία, εκδ. Πανοπτικόν

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου