ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ


Θνητὸς ἀγρὸς ἀπὸ φεγγάρια
καὶ αἷμα ὑποχθόνιο.
Ἀγρὸς ἀπὸ αἷμα γέρικο.

Φῶς χτεσινὸ κι αὐριανό.
Θνητοὶ οὐρανοὶ ἀπὸ χόρτα.
Νύχτα καὶ φῶς ἀπὸ ἄμμο.

Συνάντησα τὸ θάνατο.
Θνητὸς ἀγρὸς ποὺ ’ναι ἀπὸ χῶμα.
Ἕνας μικρούλης θάνατος.

Πάνω στὴ στέγη ὁ σκύλος.
Τ’ ἀριστερό μου χέρι μοναχὸ
περνοῦσε ἀτέλειωτα βουνὰ
ἀπὸ ξερὰ λουλούδια.

Μιὰ ἐκκλησιὰ ἀπὸ στάχτη.
Νύχτα καὶ φῶς ἀπὸ ἄμμο.
Ἕνας μικρούλης θάνατος.

Ὁ θάνατος κι ἐγὼ ἕνας ἄντρας.
Ἕνας ἄντρας μονάχος του, κι αὐτὸς
ἕνας μικρούλης θάνατος.

Θνητὸς ἀγρὸς ἀπὸ φεγγάρια.
Τὸ χιόνι πάλλει καὶ στενάζει ἔξω,
μπροστὰ στὴν πόρτα.

Ἐγὼ ἕνας ἄντρας, καὶ τὶ ἄλλο; Τὸ εἶπα.
Ἐγὼ ἕνας ἄντρας μοναχὸς κι αὐτός.
Ἀγρός, ἔρωτας, φῶς καὶ ἄμμος.

* * *

ΝΕΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ


Τὰ παιδικά μου χρόνια γιὰ νὰ ψάξω, Θεέ μου!
Ἔφαγα σαπισμένα πορτοκάλια,
παλιὰ χαρτιά, ἄδειους περιστεριῶνες
καὶ βρῆκα τὸ κορμάκι μου ἀπὸ ἀρουραίους φαγωμένο
στὸν πάτο τῆς στέρνας μὲ τὰ μαλλιὰ τῶν τρελῶν.
Τὰ ναυτικά μου ροῦχα
δὲν ἦταν μουσκεμένα μὲ τῶν φαλαινῶν τὸ λάδι,
μὰ εἶχαν τὴν τρωτὴ αἰωνιότητα τῶν φωτογραφιῶν.
Πνιγμένο, ναί, καλὰ πνιγμένο,
κοιμήσου, γιόκα μου, κοιμήσου.
Ἀγόρι νικημένο στὸ κολέγιο
καὶ στὸ βὰλς τοῦ πληγωμένου ρόδου,
σκιασμένο μὲ τὸ σκοτεινὸ λυκαυγὲς
τοῦ χνουδιοῦ στοὺς μηρούς,
σκιασμένο μὲ τὸν ἴδιο του τὸν ἄντρα
ποὺ μασοῦσε ταμπάκο στὸ ἀριστερὸ πλευρό του.
Ἀκούω ἕνα ξερὸ ποτάμι γεμάτο ἀπὸ κονσερβοκούτια
ὅπου τραγουδᾶνε οἱ ὀχετοὶ
καὶ ρίχνουν τὰ πουκάμισα γεμάτα αἷμα.
Ἕνα ποτάμι ψόφιες γάτες ποὺ μιμοῦνται ἄνθη κι ἀνεμῶνες
γιὰ νὰ ἐξαπατήσουν τὴ σελήνη
ποὺ γλυκὰ πλαγιάζει πάνω τους.
Ἐδῶ μόνος μὲ τὸν πνιγμένο μου.
Ἐδῶ μόνος μὲ τὴ δροσιὰ τῶν παγωμένων βρύων
καὶ μὲ καπάκια ἀπὸ τοὺς τενεκέδες.
Ἐδῶ, μόνος, βλέπω πὼς μοῦ ἔχουν κλείσει πιὰ τὴν πόρτα.
Μοῦ ἔκλεισαν τὴν πόρτα
κι ὑπάρχει μόνο μιὰ παρέα ἀπὸ νεκροὺς
ποὺ ρίχνουν στὸ σημάδι κι ἄλλη παρέα ἀπὸ νεκροὺς
ποὺ στὴν κουζίνα ψάχνουν πεπονόφλουδες,
κι ἕνας μοναχικός, γαλάζιος, ἀνεξήγητος νεκρὸς,
ποὺ μὲ ψάχνει στὶς σκάλες,
ποὺ ἁπλώνει τὰ χέρια του στὴ στέρνα
τὴν ὥρα ποὺ τ’ ἀστέρια γεμίζουνε μὲ στάχτη
τὶς κλειδαριὲς τῶν καθεδρικῶν
κι οἱ ἄνθρωποι μένουν ξαφνικὰ μ’ ὅλα τὰ παιδικά τους ροῦχα.
Τὰ παιδικά μου χρόνια γιὰ νὰ ψάξω, Θεέ μου!
Ἔφαγα στυμμένα λεμόνια, στάβλους, ἐφημερίδες μαραμένες,
ἀλλὰ τὰ παιδικά μου χρόνια
ἦταν ὁ ἀρουραῖος ποὺ ἔφευγε ἀπὸ ’να κῆπο θεοσκότεινο
καὶ κουβαλοῦσε ἕνα φέρετρο χρυσὸ
ἀνάμεσα στὰ μικροσκοπικά του δόντια.



Φρεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, Ποιητής στη Νέα Υόρκη, μτφρ. Βασίλης Λαλιώτης, εκδ. Σμίλη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου