'Ὁ ἄγγελος καὶ ἡ μούσα ἔρχονται ἀπ’ ἔξω. Ὁ ἄγγελος χαρίζει φῶτα, ἡ μούσα χαρίζει μορφὲς (ὁ Ἡσίοδος διδάχτηκε ἀπ’ αὐτές). Χρυσὸ φύλλο ἤ πτυχὴ χιτώνα ὁ ποιητὴς παίρνει ἕτοιμα τὰ πρότυπα, καθισμένος μὲς στὸ μικρὸ του δαφνώνα. Τὸ ντουέντε, ὅμως, πρέπει νὰ ἔγείρεται στὸ βάθος τῶν κυττάρων τοῦ αἵματός του. Πρέπει νὰ ἀποποιηθοῦμε τὸν ἄγγελο, νὰ ἀπολλακτίσουμε τὴν μούσα, καὶ νὰ ἀποκρούσουμε τὸν φόβο ποὺ μᾶς φέρνει, μὲ τὴν βιολετιὰ εὐωδιά της, ὅλη ἡ ποίηση τοῦ δέκατου ὄγδοου αἰώνα, καὶ τὸ μεγάλο τηλεσκόπιο, ποὺ στοὺς φακούς του κοιμᾶται ἡ μούσα, ἄρρωστη ἀπὸ τοὺς περιορισμοὺς της.'

  'Τὸ μαχαίρι καὶ ἡ ρόδα τῆς ἅμαξας, ὁ σουγιὰς καὶ τ’ ἀγκαθωτὰ γένια τῶν βοσκῶν, τὸ γυμνὸ φεγγάρι, ἡ μύγα, τὰ ὑγρὰ ντουλάπια, οἱ εἰκόνες τῶν ἁγίων ἀποσκεπασμένες μ’ ἄσπρα κεντίδια καὶ τὰ καφασωτὰ παράθυρα· ὅλα αὺτὰ στὴν Ἰσπανία ἔχουν ἔνα μικρὸ βοτάνι θανάτου καὶ ψευδαισθήσεις καὶ φωνές, ἀντιληπτὲς ἀπὸ ἕνα πνεῦμα σὲ ἐγρήγορση, γεμίζοντας τὴν μνήμη μας μὲ τὸν ἀσάλευτο ἀέρα ποὺ ἀφήνει πίσω του τὸ δικό μας πέρασμα. Δὲν εἶναι τυχαίο πὼς ὅλη ἡ ἱσπανικὴ τέχνη εἶναι δεμένη μ’ αὐτὴ τὴ γῆ, τὴν γεμάτη ἀγκάθια καὶ πέτρες, κι οὔτε εἶναι τυχαῖα παραδείγματα ὁ θρῆνος τοῦ Πλεμπέριο ἤ οἱ χοροὶ τοῦ μεγάλου δασκάλου Χοσέφ-Μαρία ντὲ Βαλντιβιέλσο καὶ πὼς ἀπ’ ὅλες τὶς εὐρωπαϊκὲς μπαλάντες ξεχωρίζει αὐτὸ τὸ ἐρωτικὸ ἱσπανικὸ τραγούδι:
Ἄν εἶσαι σὺ ἡ άγαπημένη μου
πές μου, γιατὶ δὲν μὲ κοιταζεις;
        Κι ἄν κάποτε εἶχα μάτια νὰ σὲ δῶ
        τώρα τά ’χω δοσμένα τῆς σκιᾶς.
Ἄν εἶσαι σὺ ἡ ἀγαπημένη μου
πές μου, γιατὶ δὲν μὲ φιλᾶς;
        Κι ἄν κάποτε εἶχα χείλια γιὰ φιλιὰ
        τώρα σρὴν γῆ τὰ χάρισα.
Ἄν εἶσαι σὺ ἡ ἀγαπημένη μου
πές μου, γιατὶ δὲν μ’ ἀγκαλιάζεις;
        Τὰ χέρια πού ’χα γι’ ἀγκαλιὲς
        τώρα γεμίσανε σκουλήκια.

Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, Ντουέντε: Πρακτική και Θεωρία, μτφρ. Γιώργος Γεωργούσης, εκδ. Γαβριηλίδης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου