'Τὴν δ’ ἠμείβετ’ ἔπειτα μέγας κορυθαίολος Ἕκτωρ·
μή μοι οἶνον ἄειρε μελίφρονα πότνια μῆτερ,
“μή μ’ ἀπογυιώσῃς μένεος, ἀλκῆς τε λάθωμαι·
χερσὶ δ’ ἀνίπτοισιν Διὶ λείβειν αἴθοπα οἶνον
ἅζομαι· οὐδέ πῃ ἔστι κελαινεφέϊ Κρονίωνι
αἵματι καὶ λύθρῳ πεπαλαγμένον εὐχετάασθαι.
ἀλλὰ σὺ μὲν πρὸς νηὸν Ἀθηναίης ἀγελείης
ἔρχεο σὺν θυέεσσιν ἀολλίσσασα γεραιάς·
πέπλον δ’, ὅς τίς τοι χαριέστατος ἠδὲ μέγιστος
ἔστιν ἐνὶ μεγάρῳ καί τοι πολὺ φίλτατος αὐτῇ,
τὸν θὲς Ἀθηναίης ἐπὶ γούνασιν ἠϋκόμοιο,
καί οἱ ὑποσχέσθαι δυοκαίδεκα βοῦς ἐνὶ νηῷ
ἤνις ἠκέστας ἱερευσέμεν, αἴ κ’ ἐλεήσῃ
ἄστύ τε καὶ Τρώων ἀλόχους καὶ νήπια τέκνα,
αἴ κεν Τυδέος υἱὸν ἀπόσχῃ Ἰλίου ἱρῆς
ἄγριον αἰχμητὴν κρατερὸν μήστωρα φόβοιο.'

   'Ὄφρα μὲν ἠὼς ἦν καὶ ἀέξετο ἱερὸν ἦμαρ,
τόφρα μάλ’ ἀμφοτέρων βέλε' ἥπτετο, πῖπτε δὲ λαός.
ἦμος δ' Ἠέλιος μέσον οὐρανὸν ἀμφιβεβήκει,
καὶ τότε δὴ χρύσεια πατὴρ ἐτίταινε τάλαντα·
ἐν δ’ ἐτίθει δύο κῆρε τανηλεγέος θανάτοιο
Τρώων θ’ ἱπποδάμων καὶ Ἀχαιῶν χαλκοχιτώνων,
ἕλκε δὲ μέσσα λαβών· ῥέπε δ’ αἴσιμον ἦμαρ Ἀχαιῶν.
αἳ μὲν Ἀχαιῶν κῆρες ἐπὶ χθονὶ πουλυβοτείρῃ
ἑζέσθην, Τρώων δὲ πρὸς οὐρανὸν εὐρὺν ἄερθεν·
αὐτὸς δ’ ἐξ Ἴδης μεγάλ' ἔκτυπε, δαιόμενον δὲ
ἧκε σέλας μετὰ λαὸν Ἀχαιῶν· οἳ δὲ ἰδόντες
θάμβησαν, καὶ πάντας ὑπὸ χλωρὸν δέος εἷλεν.'

*

  '«Μη μου προσφέρεις γλυκό κρασί, σεβαστή μου μητέρα, μη μου αδυνατίσεις τα μέλη και χάσω την ορμή και τη δύναμη· με άνιφτα δε χέρια να κάνω σπονδή στον Δία με (λαμπερό) μαύρο κρασί, το αποφεύγω από σεβασμό· και δεν επιτρέπεται δε σ’ αυτόν που συγκεντρώνει τα μαύρα σύννεφα, γιο του Κρόνου, λερωμένος με αίμα και λάσπη να προσεύχεται κανείς. Αλλά εσύ μεν προς το ναό της λαφυραγωγού Αθηνάς πήγαινε με θυμιάματα, αφού συγκεντρώσεις τις σεβάσμιες γυναίκες. Και το πέπλο, όποιο ωραιότατο και πολυτιμότατο έχεις μέσα στο ανάκτορο και πιο αγαπητό σε σένα την ίδια, αυτό τοποθέτησέ το πάνω στα γόνατα της καλλίκομης Αθηνάς και υποσχέσου σ’ αυτή ότι δώδεκα αγελάδες στο ναό της, χρονιάρικες, αδάμαστες, θα θυσιάσουμε, μήπως ίσως συμπονέσει την πόλη και τις συζύγους των Τρώων και τα μικρά παιδιά, και το γιο του Τυδέα απομακρύνει το ιερό Ίλιο, τον άγριο πολεμιστή, το δυνατό δημιουργό του φόβου.'

  'Όσο ήταν πρωί και μεγάλωνε η ιερή μέρα, τόσο τα βέλη και των δύο πλευρών πετύχαιναν, και έπεφταν οι νεκροί. Όταν ο ήλιος είχε φτάσει στη μέση του ουρανού, τότε πια ο πατέρας άπλωσε τις χρυσές σάλπιγγες. Κι έβαλε στη μέση δυο μοίρες του φοβερού θανάτου για τους ιπποδαμαστές Τρώες και τους Αχαιούς με τους χαλκούς θώρακες, και τις τράβηξε, πιάνοντάς τες από τη μέση, και έκλινε η μοίρα των Αχαιών. Οι Αχαιοί έπεφταν στη γη που τρέφει πολλούς ανθρώπους και οι Τρώες σηκώθηκαν προς τον πλατύ ουρανό. Αυτός από την Ίδη βρόντηξε δυνατά και έριξε καιόμενο κεραυνό προς τους Αχαιούς. Αυτοί βλέποντας έμειναν έκθαμβοι και τους κυρίευσε τρόμος χλομός.'


Όμηρος, Ιλιάς: Τόμος 2: Ραψωδίες Ε, Ζ, Η, Θ, μτφρ. Παναγιώτης Γιαννακόπουλος, εκδ. Κάκτος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου