'Αν η Μέγκυ έμενε κάπου εδώ κοντά, θα ’χα δώσει από καιρό ένα τέλος σ’ αυτό το μαρτύριο ―κάτι που το βρίσκω και τελείως φυσικό― ωριμασμένη εκείνη θα ’στεκε εδώ στο ρημάδι μου κι εγώ με την πυρωμένη ανάσα των λυρικών ματιών μου θα στριφογυρνούσα με το κουρασμένο και περήφανο βάδισμα πάνθηρα, τα πόδια μου χαμένα στα κατατρυπημένα παντελόνια μου, θα γύριζα αργά προς το μέρος της και θα της έλεγα με άψογη αγγλική προφορά:
    «Μωρό μου, σε δυο λεπτά θα σου ξεσκίσω αυτό το καταραμένο ύφασμα για ν’ αφήσω το κορμί σου γυμνό, και τότε θα δεις έναν τόσο χοντρό και ρυτιδιασμένο λαιμό γαλοπούλας μπροστά σου, που θα σε κάνει να τον θυμάσαι και σ’ αυτόν ακόμη τον παγωμένο τάφο που θα σε ξαπλώσουνε μια μέρα. Έχω μια πελώρια κυρτή ψωλή, με μια καμπύλη ―σωστό δρεπάνι― που ’χει ξεκουφιάσει αρκετά μουνιά μέχρις εδώ, ενώ έκανε τους καυτούς τους χυμούς να στάζουνε στο πάτωμα, όπου και ρουφιόντουσαν απ’ αυτό το χνουδάτο και σκοροφαγωμένο χαλί που βλέπεις κάτω. Αλλά πρώτα απ’ όλα άσε με να αδειάσω αυτή τη μπουκάλα μέχρι το τέλος».
   Και μετά θ’ άδειαζα μονορούφι όσο ουίσκι είχε απομείνει, θα έσπαγα το ποτήρι με δύναμη στον απέναντι τοίχο μουρμουρίζοντας κάτι σαν «κι ο Βιγιόν έτρωγε για πρωινό ψητές ρώγες βυζιών», θ’ άναβα ένα τσιγαράκι με το πάσο μου και, μέχρι να γυρίσω απ’ την άλλη, το πρόβλημα θα ’χε εξαφανιστεί πια― δηλαδή απ’ την ανοιχτή πόρτα και στο δρόμο. Σε περίπτωση που δεν είχε φύγει ακόμη, τότε θα ήξερε τι την περιμένει. Και θα το ήθελε. Όπως κι εγώ.'

  'Ενώ τώρα, εδώ; Τίποτα απ’ όλα αυτά. Μόνο εξαντλημένα και πρόωρα γερασμένα πρόσωπα. Πρόσωπα που στο προσπέρασμα χαμογελάνε σπασμωδικά και λένε ένα «γεια». Ένα συνεχές δυστυχισμένο μισοσκόταδο, γκρίζα ομίχλη και παγωνιά. Ένας ποιητής που γερνάει μένοντας στην άκρη για να φθαρεί μες στα ίδια του τα σκατά. […] Εγώ όμως ήξερα τι πρέπει να κάνω, να τα παρατήσω όλα σύξυλα και να πάω κάπου, όπου θα ’μαι μ’ ένα μυθικής ομορφιάς πλάσμα που θα μου στήνει πάντα κώλο, θα ’χει ελάχιστες απαιτήσεις και κατά τα άλλα θα ’ναι λιγόλογη. Αλλά πού να βρεθεί κάτι τέτοιο; Και πώς; […] Πολύ θα ήθελα να έχω την απαραίτητη ανθεκτικότητα και να ξανάρχιζα από την αρχή, να τα γράψω όλα στο χαρτί, αλλά πολύ πιο τραχιά αυτή τη φορά, πολύ πιο δυνατά και ξεκαθαρισμένα από πριν.'


Τσαρλς Μπουκόβσκι, Σημειώσεις Ενός Πορνόγερου, Πεζά 1, μτφρ. Τέος Ρόμβος, εκδ. Απόπειρα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου