'Οἳ δ᾽, ὥς τ᾽ ἀμητῆρες ἐναντίοι ἀλλήλοισιν
ὄγμον ἐλαύνωσιν ἀνδρὸς μάκαρος κατ᾽ ἄρουραν
πυρῶν ἢ κριθῶν· τὰ δὲ δράγματα ταρφέα πίπτει·
ὣς Τρῶες καὶ Ἀχαιοὶ ἐπ᾽ ἀλλήλοισι θορόντες
δῄουν, οὐδ᾽ ἕτεροι μνώοντ᾽ ὀλοοῖο φόβοιο.
ἴσας δ᾽ ὑσμίνη κεφαλὰς ἔχεν, οἳ δὲ λύκοι ὣς
θῦνον· Ἔρις δ᾽ ἄρ᾽ ἔχαιρε πολύστονος εἰσορόωσα·
οἴη γάρ ῥα θεῶν παρετύγχανε μαρναμένοισιν,
οἳ δ᾽ ἄλλοι οὔ σφιν πάρεσαν θεοί, ἀλλὰ ἕκηλοι
σφοῖσιν ἐνὶ μεγάροισι καθήατο, ἧχι ἑκάστῳ
δώματα καλὰ τέτυκτο κατὰ πτύχας Οὐλύμποιο.
πάντες δ᾽ ᾐτιόωντο κελαινεφέα Κρονίωνα
οὕνεκ᾽ ἄρα Τρώεσσιν ἐβούλετο κῦδος ὀρέξαι.
τῶν μὲν ἄρ᾽ οὐκ ἀλέγιζε πατήρ· ὃ δὲ νόσφι λιασθεὶς
τῶν ἄλλων ἀπάνευθε καθέζετο κύδεϊ γαίων
εἰσορόων Τρώων τε πόλιν καὶ νῆας Ἀχαιῶν
χαλκοῦ τε στεροπήν, ὀλλύντάς τ᾽ ὀλλυμένους τε.
   Ὄφρα μὲν ἠὼς ἦν καὶ ἀέξετο ἱερὸν ἦμαρ,
τόφρα μάλ᾽ ἀμφοτέρων βέλε᾽ ἥπτετο, πῖπτε δὲ λαός·
ἦμος δὲ δρυτόμος περ ἀνὴρ ὁπλίσσατο δεῖπνον
οὔρεος ἐν βήσσῃσιν, ἐπεί τ᾽ ἐκορέσσατο χεῖρας
τάμνων δένδρεα μακρά, ἅδος τέ μιν ἵκετο θυμόν,
σίτου τε γλυκεροῖο περὶ φρένας ἵμερος αἱρεῖ,
τῆμος σφῇ ἀρετῇ Δαναοὶ ῥήξαντο φάλαγγας
κεκλόμενοι ἑτάροισι κατὰ στίχας· ἐν δ᾽ Ἀγαμέμνων
πρῶτος ὄρουσ᾽, ἕλε δ᾽ ἄνδρα Βιάνορα ποιμένα λαῶν
αὐτόν, ἔπειτα δ᾽ ἑταῖρον Ὀϊλῆα πλήξιππον.
ἤτοι ὅ γ᾽ ἐξ ἵππων κατεπάλμενος ἀντίος ἔστη·
τὸν δ᾽ ἰθὺς μεμαῶτα μετώπιον ὀξέϊ δουρὶ
νύξ᾽, οὐδὲ στεφάνη δόρυ οἱ σχέθε χαλκοβάρεια,
ἀλλὰ δι᾽ αὐτῆς ἦλθε καὶ ὀστέου, ἐγκέφαλος δὲ
ἔνδον ἅπας πεπάλακτο· δάμασσε δέ μιν μεμαῶτα.
καὶ τοὺς μὲν λίπεν αὖθι ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγαμέμνων
στήθεσι παμφαίνοντας, ἐπεὶ περίδυσε χιτῶνας·
αὐτὰρ ὃ βῆ Ἶσόν τε καὶ Ἄντιφον ἐξεναρίξων
υἷε δύω Πριάμοιο νόθον καὶ γνήσιον ἄμφω
εἰν ἑνὶ δίφρῳ ἐόντας· ὃ μὲν νόθος ἡνιόχευεν,
Ἄντιφος αὖ παρέβασκε περικλυτός· ὥ ποτ᾽ Ἀχιλλεὺς
Ἴδης ἐν κνημοῖσι δίδη μόσχοισι λύγοισι,
ποιμαίνοντ᾽ ἐπ᾽ ὄεσσι λαβών, καὶ ἔλυσεν ἀποίνων.
δὴ τότε γ᾽ Ἀτρεΐδης εὐρὺ κρείων Ἀγαμέμνων
τὸν μὲν ὑπὲρ μαζοῖο κατὰ στῆθος βάλε δουρί,
Ἄντιφον αὖ παρὰ οὖς ἔλασε ξίφει, ἐκ δ᾽ ἔβαλ᾽ ἵππων.
σπερχόμενος δ᾽ ἀπὸ τοῖιν ἐσύλα τεύχεα καλὰ
γιγνώσκων· καὶ γάρ σφε πάρος παρὰ νηυσὶ θοῇσιν
εἶδεν, ὅτ᾽ ἐξ Ἴδης ἄγαγεν πόδας ὠκὺς Ἀχιλλεύς.
ὡς δὲ λέων ἐλάφοιο ταχείης νήπια τέκνα
ῥηϊδίως συνέαξε λαβὼν κρατεροῖσιν ὀδοῦσιν
ἐλθὼν εἰς εὐνήν, ἁπαλόν τέ σφ᾽ ἦτορ ἀπηύρα·
ἣ δ᾽ εἴ πέρ τε τύχῃσι μάλα σχεδόν, οὐ δύναταί σφι
χραισμεῖν· αὐτὴν γάρ μιν ὑπὸ τρόμος αἰνὸς ἱκάνει·
καρπαλίμως δ᾽ ἤϊξε διὰ δρυμὰ πυκνὰ καὶ ὕλην
σπεύδουσ᾽ ἱδρώουσα κραταιοῦ θηρὸς ὑφ᾽ ὁρμῆς·
ὣς ἄρα τοῖς οὔ τις δύνατο χραισμῆσαι ὄλεθρον
Τρώων, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ὑπ᾽ Ἀργείοισι φέβοντο.'

*

  'Κι εκείνοι σαν θεριστές που τραβάνε ο ένας απέναντι στον άλλον σειρά τα στάρια ή τα κριθάρια σε πλούσιου άντρα τον αγρό· και τα χειροβόλα πέφτουν πυκνά· έτσι κι οι Τρώες κι οι Αχαιοί πήδηξαν ο ένας πάνω στον άλλο και σπαράχτηκαν, και κανένα απ’ τα δύο μέρη δεν συλλογίστηκε την ολέθρια φυγή· και ίσα κεφάλια είχε η μάχη· κι εκείνοι σαν λύκοι όρμησαν. Κι η Έριδα, επομένως, που τους πολλούς στεναγμούς ξεσηκώνει, χαιρόταν να βλέπει· γιατί βέβαια μόνη απ’ όλους τους θεούς ήταν παρούσα στους πολεμιστές μέσα, ενώ οι άλλοι θεοί δεν παρευρίσκονταν, αλλά κάθονταν ήσυχοι στα μέγαρά τους, όπου για τον καθένα ήταν κατασκευασμένες ωραίες κατοικίες στις ολύμπιες κοιλάδες. Κι όλοι κατηγορούσαν το μαυρονέφελο Δία, γιατί, ως γνωστό, ήθελε να δώσει δόξα στους Τρώες. Γι’ αυτούς λοιπόν δεν φρόντιζε ο πατέρας· αλλ’ απομακρύνθηκε από τους άλλους και κάθισε ξεχωριστά καμαρώνοντας για τη δόξα, ενώ έβλεπε προς την πόλη των Τρώων και τα πλοιά των Αχαιών και τη λάμψη των χάλκινων όπλων και τους φονιάδες και τους σκοτωμένους.
   Και όσο ήταν αυγή κι αυξανόταν η ιερή μέρα, το χρόνο εκείνο τα βέλη και των δυο επίσης πετύχαιναν, κι έπεφτε ο λαός· και όπως βέβαια δεντροτόμος άντρας ετοιμάζει το γεύμα στα φαράγγια του βουνού, κουρασμένος να κόβει ψηλά δέντρα με τα χέρια, και τον πιάνει αηδία στην καρδιά και κυριέυει την ψυχή του επιθυμία νόστιμου φαγητού, τότε με την ανδρεία τους οι Δαναοί έσπασαν τις φάλαγγες, ενθαρρύνοντας τους συντρόφους στις γραμμές. Και πρώτος ο Αγαμέμνονας όρμησε και σκότωσε τον ανδρείο Βιήνορα, τον αρχηγό των στρατιωτών, αυτόν και μετά το σύντροφο του Οιλέα, τον ικανό ιππέα. Αυτός βέβαια κατέβηκε από το άρμα του αλόγου κάτω και στάθηκε απέναντι, κι αυτόν που ορμούσε κατευθείαν με το μυτερό δόρυ κέντεισε ανάμεσα στα μάτια· και δεν του κράτησε το δόρυ η χάλκινη βαριά περικεφαλαία, αλλά διαπέρασε κι αυτή και το κόκαλο, και μέσα όλος ο εγκέφαλος είχε ραντιστεί (από αίμα)· τον νίκησε ενόσω ορμούσε. Κι αυτούς τους άφησε εκεί, επειδή γδύθηκε τους θώρακες· κι αυτός πορεύτηκε για να σκοτώσει τον Ίσο και τον Άντιφο, δυο γιους του Πριάμου, νόθο και γνήσιο, που κι οι δυο ήταν σ’ ένα δίφρο· ο νόθος έκανε τον ηνίοχο κι ο Άντιφος πάλι ο περίφημος ήταν συνεπιβάτης· αυτούς κάποτε ο Αχιλλέας στις κοιλάδες της Ίδης τους έδενε με  βέργες και λυγιές, όταν τους έπιασε να βόσκουν τα πρόβατα, και τους απέλυσε με λύτρα. Τότε λοιπόν ο Ατρείδης, ο μέγας άρχοντας Αγαμέμνονας, εκείνον τον πέτυχε πάνω από το μαστό στο στήθος με το δόρυ, ενώ τον Άντιφο πάλι κοντά στο αυτί τον χτύπησε με ξίφος ρίχνοντάς τον κάτω από το άρμα των αλόγων. Και με σπουδή τους ξέντυσε από τα ωραία όπλα, επειδή τους γνώριζε· γιατί και πριν κοντά στα γρήγορα καράβια τους είδε, όταν ο γοργοπόδαρος Αχιλλέας τους οδήγησε από την Ίδη. Κι όπως λιοντάρι τσακίζει τα τρυφερά παιδιά γοργής ελαφίνας, αφού τα πιάσει με τα δυνατά δόντια, όταν έρθει στη φωλιά, κι αφαιρεί την τρυφερή ζωή τους· γιατί κι αυτή την ίδια την πιάνει τρομερός φόβος· και φεύγει με σπουδή με την επίθεση του δυνατού θεριού ορμώντας στους πυκνούς δρυμούς και τα δάση· έτσι ακριβώς κανείς απ’ τους Τρώες δεν μπορούσε ν’ αποκρούσει απ’ αυτούς τον όλεθρο, αλλά κι αυτοί έφευγαν μπροστά στους Αργείους.'


Όμηρος, Ιλιάς: Τόμος 3: Ραψωδίες Ι, Κ, Λ, Μ, μτφρ. Παναγιώτης Γιαννακόπουλος, εκδ. Κάκτος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου