'Η γραφή του Κέρουακ έχει να κάνει με τη συγκομιδή όλων όσων συμβαίνουν ακόμη και όταν μοιάζει να μη συμβαίνει απολύτως τίποτα. Δεν έχει να κάνει με την πλοκή ή τη δράση· πέραν ελαχίστων εξαιρέσεων, δεν έχει να κάνει ούτε με τον τρόπο γραφής. Έχει να κάνει με την αντίληψη. Έχει να κάνει με τη συνείδηση, και τη θνητότητα, και την ευσπλαχνία. Είναι ένας διαλογισμός πάνω στη ζωή.
   […] Ο πρωταρχικός σκοπός του Κέρουακ δεν ήταν να κατακτήσει τη λογοτεχνική τελειότητα αλλά να πει την αλήθεια της δικής του εμπειρίας όπως αυτή επηρέαζε το μυαλό του και τις αισθήσεις του. Εάν είχε προσπαθήσει να κατακτήσει τη λογοτεχνική τελειότητα θα το είχε καταφέρει το δίχως άλλο, αλλά με αυτόν τον τρόπο θα είχε θυσιάσει μεγάλο μέρος της, φυσικής του και ευγενικής, δύναμης.
   Όχι, χρειαζόμαστε τον Κέρουακ ακριβώς όπως είναι, ακατέργαστο και ετοιμόλογο όπως ήταν κάποτε η αμερικανική Δύση, αυθόρμητο σαν ένα μικρό γατί, απέριττο όπως ένα λουλούδι, με όλα εκείνα που, όπως το είχε θέσει τόσο εύστοχα ο Γκίλμπερτ Μίλσταϊν, αποτελούσαν την «ενήμερη αθωότητά του». Τον χρειαζόμαστε σαν αντίδοτο στο αρνητικό, μινιμαλιστικό, που αρνείται τη ζωή, κόσμιο, δίχως χιούμορ, ειρωνικό, ορθολογικό, υλιστικό, αμερικανικό λογοτεχνικό κατεστημένο, σαν αντίδοτο σε κάθε λογοτεχνικό κατεστημένο. Τον χρειαζόμαστε για την ποιότητα ο οποίος δεν κατέκτησε ποτέ στη δική του ζωή: την ισορροπία.
   Η ευφυΐα λαμβάνει άπειρες μορφές: «Το σπίτι της πεζογραφίας», είχε γράψει ο περίφημος Τζέιμς Τζόις, «δεν έχει ένα παράθυρο αλλά ένα εκατομμύριο παράθυρα».
   Απλά και μόνο επειδή ο Κέρουακ δεν έγραφε το είδος της πεζογραφίας που έγραφαν η Όστεν ή ο Φλομπέρ ή ο Τολστόι αυτό δε σημαίνει πως η γραφή του ήταν, όπως πίστευε ο Καπότε, τίποτε άλλο από «δακτυλογράφηση». Είχε απίστευτα χαρίσματα και ασύλληπτη ενέργεια και μία μοναδική οπτική ―τα χαρίσματα και την οπτική ενός ποιητή και φιλοσόφου, ίσως, παρά ενός συγγραφέα, διότι παρατηρούσε όλα όσα συνέβαιναν μέσα από το πρίσμα του θανάτου― sub speciae aeternitatis, από τη σκοπιά της αιωνιότητας.
   Ο Κέρουακ έζησε κάθε στιγμή σαν να ήταν η τελευταία, λες και όλη του η ζωή περνούσε τη στιγμή του θανάτου μπροστά από τα μάτια του. Αντίθετα μ’ εμάς, θυμόταν τα πάντα, οτιδήποτε του είχε συμβεί. Αυτό όμως ήταν το φορτίο του, και το χάρισμά του συνάμα. […] Χτυπώντας το κεφάλι του πάνω στον τούβλινο τοίχο της αιωνιότητας, κατάφερε τελικά να την κάνει να αποδώσει. Οι λέξεις του χαράχτηκαν πάνω σε γρανίτη και οι ιδέες του στη συνείδηση της γενιάς στην οποία χάρισε το όνομά της. Σε αξιοθαύμαστο βαθμό κατάφερε να πετύχει αυτό που επιθυμούσε. Κατά πόσο άξιζε τον κόπο η επιδίωξή του να συμπεριλάβει τα πάντα θα αποτελεί πάντα θέμα διαφωνίας. Όσο θα υπάρχει τέχνη, θα υπάρχουν οι Έτσι και οι Αλλιώς, και η μεταξύ τους διαμάχη.'

Έλεν Γουίβερ, Ο Αφυπνιστής, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Ηριδανός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου