ΟΙ ΔΟΝΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΛΑΙΜΟΔΕΤΟΥ


   Ἡ ἄμμος της εἶναι ἀπίστευτη. Χαρωπὸ τὸ πρόσωπό της καὶ τὸ κάθε φύλλο τῆς δεντροστοιχίας της καθηλωμένο. Πέρα ἀπὸ τὸ στέαρ τῆς κυπελλοφόρου ἁμάξης ὁ οὐρανός της ἔγινε σὰν μάτι μυρμηκιῶντος κόμπου καὶ χωρὶς κόπο καὶ χωρὶς καπίστρι ἐπανέρχεται μαζί μας ὁ ζυμωτὴς τῶν μεμακρυσμένων φόνων. Ὁ κῆπος φέρει τὰ ἴχνη μας πρὸς τὴν δυτικὴ παλάμη τοῦ ἐξογκωμένου δρόμου καὶ κλαίει ἡ μικρὴ θρυαλλὶς ἀνέσπερα σκυμμένη σὲ πάγους μαρασμοῦ σὲ πάγους μάταιους σὲ πάγους συσχετιζόμενους μὲ τὴν ἄδικη συστολὴ τοῦ πανούργου καταπέλτη. Καμμιὰ πομπὴ δὲν ἀντηχεῖ καὶ ἡ λυσμοσύνη ποὺ θρηνεῖ τὰ χτένια τὰ φαγωθέντα ἀπὸ τὸν πόντο διαρκεῖ σὰν μιὰ πλεκτάνη στὸ κέλυφος τῆς συστηματικῆς ἀνιστορήσεως τοῦ στήθους.

* * *

ΟΙ ΚΑΡΥΑΤΙΔΕΣ

Στὸν Γιῶργο Γουναρόπουλο

Ὤ οἱ μαστοὶ τῆς νεότητος
Ὤ τὰ πελιδνὰ νερᾶ τῶν συκοφάγων
Τὰ καλντιρίμια ἀντηχοῦν ἀπὸ τὰ βήματα τῶν πρωινῶν ἀνθρώπων
Ἄλσος ἀλκῆς μὲ τ’ ἄλικα δέντρα σου
Ἥ νεότης διαισθάνεται τὴν σημασία σου
Ἀναθρώσκει ἤδη στὰς παρυφάς σου
Θύσανοι πουπουλένιοι σκιρτοῦν ἀνάμεσα στὰ στήθη τῶν νεανίδων
Ποὺ περπατοῦν ἡμίγυμνες μέσ’ στὰ δρομάκια σου
Ἡ κόμη τους εἶναι ὡραιότερη ἀπὸ τοῦ Ἀβεσαλὼμ
Τὸ κεχριμπάρι στάζει ἀνάμεσα στοὺς βοστρύχους
Καὶ οἱ μελαχροινὲς κρατοῦνε φύλλα ἐβένου
Τὰ βήματα τους τὰ ὁσφραίνονται κουνάβια
Τὸ δάσος συγκινεῖται
Τὸ δάσος εἶναι μυρμηκιὰ μὲ λεγεῶνες λογχοφόρων
Ἐδῶ καὶ οἱ κορυδαλλοὶ γυμνώνονται ἀπὸ τὶς σκιές τους 
Οἱ τροχιόδρομοι δὲν ἀκούγονται
Ἡ ἡμέρα ἀναστενάζει
Μιὰ κόρη της πολὺ μικρὴ παίζει μὲ τοὺς μαστούς της
Κανένας κόλαφος δὲν ἰσχύει
Μόνο μιὰ ἔλαφος περνᾶ κρατώντας μὲσ’ στὸ στόμα της
Τὰ τρία κεράσια ποὺ βρήκε ἀνάμεσα στὰ στήθη τῆς νεότητος
Τὸ βράδυ ἐδῶ εἶναι θερμὸ
Τὰ δέντρα περιτυλίσσονται στὴ σιγαλιά τους
Βράχοι σιγῆς πέφτουν ἀργὰ καὶ ποῦ μέσα στὸ ξέφωτο
Ὅπως τὸ φῶς πρὶν γίνει μέρα.



Ανδρέας Εμπειρίκος, Ποιήματα: Υψικάμινος, Ενδοχώρα, εκδ. Γαλαξίας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου