'Ἕκτορ ἐγὼ δύστηνος· ἰῇ ἄρα γεινόμεθ’ αἴσῃ
ἀμφότεροι, σὺ μὲν ἐν Τροίῃ Πριάμου κατὰ δῶμα,
αὐτὰρ ἐγὼ Θήβῃσιν ὑπὸ Πλάκῳ ὑληέσσῃ
ἐν δόμῳ Ἠετίωνος, ὅ μ’ ἔτρεφε τυτθὸν ἐοῦσαν

δύσμορος αἰνόμορον· ὡς μὴ ὤφελλε τεκέσθαι.
νῦν δὲ σὺ μὲν Ἀΐδαο δόμους ὑπὸ κεύθεσι γαίης
ἔρχεαι, αὐτὰρ ἐμὲ στυγερῷ ἐνὶ πένθεϊ λείπεις
χήρην ἐν μεγάροισι· πάϊς δ’ ἔτι νήπιος αὔτως,
ὃν τέκομεν σύ τ’ ἐγώ τε δυσάμμοροι· οὔτε σὺ τούτῳ
ἔσσεαι Ἕκτορ ὄνειαρ ἐπεὶ θάνες, οὔτε σοὶ οὗτος.
ἤν περ γὰρ πόλεμόν γε φύγῃ πολύδακρυν Ἀχαιῶν,
αἰεί τοι τούτῳ γε πόνος καὶ κήδε’ ὀπίσσω
ἔσσοντ’· ἄλλοι γάρ οἱ ἀπουρίσσουσιν ἀρούρας.
ἦμαρ δ’ ὀρφανικὸν παναφήλικα παῖδα τίθησι·

πάντα δ’ ὑπεμνήμυκε, δεδάκρυνται δὲ παρειαί,
δευόμενος δέ τ’ ἄνεισι πάϊς ἐς πατρὸς ἑταίρους,
ἄλλον μὲν χλαίνης ἐρύων, ἄλλον δὲ χιτῶνος·
τῶν δ
’ ἐλεησάντων κοτύλην τις τυτθὸν ἐπέσχε·
χείλεα μέν τ’ ἐδίην’, ὑπερῴην δ
’ οὐκ ἐδίηνε.
τὸν δὲ καὶ ἀμφιθαλὴς ἐκ δαιτύος ἐστυφέλιξε
χερσὶν πεπλήγων καὶ ὀνειδείοισιν ἐνίσσων·
ἔῤῥ’ οὕτως· οὐ σός γε πατὴρ μεταδαίνυται ἡμῖν.
δακρυόεις δέ τ’ ἄνεισι πάϊς ἐς μητέρα χήρην
Ἀστυάναξ, ὃς πρὶν μὲν ἑοῦ ἐπὶ γούνασι πατρὸς

μυελὸν οἶον ἔδεσκε καὶ οἰῶν πίονα δημόν·
αὐτὰρ ὅθ’ ὕπνος ἕλοι, παύσαιτό τε νηπιαχεύων,
εὕδεσκ’ ἐν λέκτροισιν ἐν ἀγκαλίδεσσι τιθήνης
εὐνῇ ἔνι μαλακῇ θαλέων ἐμπλησάμενος κῆρ·
νῦν δ’ ἂν πολλὰ πάθῃσι φίλου ἀπὸ πατρὸς ἁμαρτὼν
Ἀστυάναξ, ὃν Τρῶες ἐπίκλησιν καλέουσιν·
οἶος γάρ σφιν ἔρυσο πύλας καὶ τείχεα μακρά.
νῦν δὲ σὲ μὲν παρὰ νηυσὶ κορωνίσι νόσφι τοκήων
αἰόλαι εὐλαὶ ἔδονται, ἐπεί κε κύνες κορέσωνται
γυμνόν· ἀτάρ τοι εἵματ’ ἐνὶ μεγάροισι κέονται

λεπτά τε καὶ χαρίεντα τετυγμένα χερσὶ γυναικῶν.
ἀλλ’ ἤτοι τάδε πάντα καταφλέξω πυρὶ κηλέῳ
οὐδὲν σοί γ’ ὄφελος, ἐπεὶ οὐκ ἐγκείσεαι αὐτοῖς,
ἀλλὰ πρὸς Τρώων καὶ Τρωϊάδων κλέος εἶναι.
   Ὣς ἔφατο κλαίουσ', ἐπὶ δὲ στενάχοντο γυναῖκες.
'

*

  '«Έκτορα, εγώ η δυστυχισμένη· για μια μοίρα λοιπόν κι οι δυο γεννηθήκαμε, συ μεν στην Τροία στον οίκο του Πριάμου, εγώ δε στη Θήβα, κάτω από το δασώδη Πλάκο, στον οίκο του Ηετιώνα, ο οποίος με  ανέθρεψε όταν ήμουν μικρή, ο δυστυχής, την κακομοίρα· μακάρι να μη με γεννούσε. Τώρα όμως εσύ έρχεσαι κάτω από τα βάθη της γης στα δώματα του Άδη, εμένα δε μ’ αφήνεις σε φριχτό πένθος, χήρα μέσα στον οίκο. Ο δε γιος μας είναι πολύ ανήλικος, τον οποίο μαζί γεννήσαμε, εγώ κι εσύ, οι κακόμοιροι. Ούτε εσύ, Έκτορα, θα είσαι ωφέλιμος σ’ αυτόν αφού πέθανες ούτε αυτός σε σένα. Γιατί κι αν ακόμη διαφύγει τον πολύδακρυ πόλεμο των Αχαιών, πάντοτε βέβαια αυτός θα έχει ταλαιπωρίες και πένθος στο μέλλον· γιατί άλλοι θα του αφαιρέσουν τα κτήματά του· η δε ημέρα της ορφάνιας κάνει το παιδί τελείως περιφρονημένο από τους συνομηλίκους του· πάντοτε δε σκύβει και οι παρέες του είναι δακρυσμένες· στερούμενο δε το παιδί αυτό έρχεται κοντά στους συντρόφους του πατέρα του πιάνοντας άλλον μεν από το ένδυμα κι άλλον από το χιτώνα· απ’ αυτούς δε κάποιος αν το σπλαχνιστεί μπορεί να του προσφέρει μικρό ποτήρι, και βρέχει μεν τα χείλη του, δεν βρέχει όμως τον ουρανίσκο του· αυτόν δε από το γεύμα τον διώχνει ο αμφιθαλής αδελφός του, χτυπώντας τον με τα χέρια του και επιπλήττοντάς τον με υβριστικούς λόγους. “Γκρεμίσου από δω· ο πατέρας σου βέβαια δεν γευματίζει μαζί μας”. Δακρυσμένο δε το παιδί ξαναγυρίζει στη χήρα μητέρα του. Ο Αστυάνακτας, ο οποίος κατά το παρελθόν μεν πάνω στα γόνατα του πατέρα του μόνο μυαλό έτρωγε και παχύ λίπος από τα πρόβατα· όταν δε τον έπιανε ο ύπνος και σταματούσε να παίζει, κοιμόταν σε κρεβάτι στην αγκαλιά της τροφού, σε μαλακό στρώμα, αφού είχε χορτάσει την καρδιά από ευχάριστα πράγματα. Τώρα δε πολλά θα πάθει, αφού στερήθηκε τον πατέρα του ο Αστυάνακτας, όπως τον φωνάζουν οι Τρώες· γιατί μόνο του προσπαθούσε να σώσει τις πύλες και τα μεγάλα τείχη· τώρα όμως εσένα βέβαια τα αεικίνητα σκουλήκια κοντά στα κυρτά πλοία μακριά από τους γονείς, αφού χορτάσουν οι σκύλοι, θα σε φάνε γυμνό· και όμως τα λεπτά και ωραία ενδύματά σου βρίσκονται στο σπίτι, φτιαγμένα από τα χέρια των γυναικών, αλλά όλα αυτά βέβαια θα τα κάψω με δυνατή φωτιά, τα οποία για σένα δεν είναι καμιά ωφέλεια γιατί δεν βρίσκεσαι σ’ αυτά, αλλά για να είναι φήμη στους Τρώες και τις Τρωάδες».
   Έτσι είπε θρηνώντας, και γι’ αυτά στέναζαν οι γυναίκες.'


Όμηρος, Ιλιάς: Τόμος 6: Ραψωδίες Φ, Χ, Ψ, Ω, μτφρ. Παναγιώτης Γιαννακόπουλος, εκδ. Κάκτος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου