'Τὸ βαθύτερο νόημα τῆς νεοελληνικῆς ἱστορίας μπορεῖ νὰ συνοψιστεῖ στὰ παρακάτω: εἶναι ἡ ἱστορία τῶν ἐπίπονων προσπαθειῶν ἑνὸς ἀρχαίου λαοῦ νὰ συγκροτηθεῖ σε σύγχρονο ἔθνος, νὰ συνειδητοποιήσει τὸν ἰδιαίτερο χαρακτήρα του καῖ νὰ ἐξασφαλίσει τὴ θέση του ὡς καθορισμένη ὀντότητα μέσα στὸ σύνολο τοῦ σύγχρονου κόσμου. Αὐτὸ τὸ ἱστορικὸ φαινόμενο, παρ’ ὅλο ποὺ δὲν περιορίζεται στὸν ἑλληνικὸ λαὸ ―κι ἄλλοι ἐξίσου ἀρχαῖοι λαοὶ ἐπειχείρησαν καὶ ἐπιχειροῦν τὴν ἴδια προσπάθεια― παρουσιάζει, στὴν ἑλληνικὴ περίπτωση, ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον γιὰ τὴ γενικὴ ἱστορία. Πρόκειται γιὰ ἕνα λαὸ ποὺ ὁ τρόπος τῆς ζωῆς καὶ τῆς σκέψης του τὸν συνδέει, τόσο χάρη στὴν ἴδια του τὴ βούληση ὅσο καὶ χάρη σὲ ἀντικειμενικοὺς δεσμοὺς, μὲ τὴν παράδοση ποὺ ἀποτελεῖ τὶς βάσεις τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ. Ἔτσι, ἡ νεοελληνικὴ ἱστορία προσφέρει ἕνα τυπικὸ παράδειγμα γιὰ τὴ μελέτη τοῦ φαινομένου, ὅπως ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα, μὲ τὴν ἀδιάκοπη ἐξέλιξή της δίνει στὸ γλωσσολόγο τὸ καλύτερο ἀντικείμενο μελέτης γιὰ τὶς ἰνδο-ευρωπαϊκὲς γλῶσσες καὶ τὴ γενικὴ γλωσσολογία. Μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο γεννήθηκε στοὺς ξένους παρατηρητὲς καθὼς καὶ στοὺς Ἕλληνες ἡ ἰδέα τῆς «διαρκοῦς παρουσίας τῆς Ἑλλάδος», ἰδέα πού, ἄν καὶ εἶναι πάντα παρούσα σὲ κάθε ἀποφασιστικὸ στάδιο τῆς πορείας τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς τὴν αὐτογνωσία του, ἔχει ὠστόσο συμβάλλει εὐρύτατα στὴν παρέκκλιση τῆς πορείας αὐτῆς καὶ στὸ θόλωμα τῆς καθαρότητας τοῦ περιγράμματος τῆς νεοελληνικῆς ἰδεολογίας. Ἀπαιτεῖται ἤδη μεγάλη διαλεκτικὴ προσπάθεια, ποὺ ἄλλα στοιχεῖα τὴν δυσκολεύουν ἀκόμα περισσότερο, γιὰ νὰ συμφιλιωθοῦν οἱ ἐγγενεῖς ἀντιφάσεις αὐτῆς τῆς ἰδέας ποὺ διαπερνᾶ πολιτισμικὲς πραγματικότητες καὶ δομὲς διαφορετικὲς καὶ ἀντιτιθέμενες: τὴν παγανιστικὴ καὶ ἀνθρωπιστικὴ Ἀρχαιότητα, ὅπου ἡ ἀπρόσωπη πόλη καὶ ὁ πολίτης βρίσκονται σε ἁρμονικὴ ἀλληλεξάρτηση· τὸ ὀρθόδοξο Βυζάντιο, ὅπου τὸ ἀνθρώπινο δὲν ὑπάρχει παρὰ μέσα στὸ θεῖο καὶ διαμέσου τοῦ θείου καὶ ὅπου τὸ ἄτομο εἶναι ἀπόλυτα ὑποταγμένο στὴν προσωπικὴ βούληση τοῦ μονάρχη.
   Πράγματι, ἐκτὸς ἀπ’ τὴν ἕλξη τῆς Ἀρχαιότητας καὶ τὴ συνεχὴ παρουσία τοῦ Βυζαντίου, ἔστω καὶ μόνο μέσω τῆς ἐκκλησίας, ὁ ἑλληνισμός ἦταν ὑποχρεωμένος νὰ συνειδητοποιήσει, γιὰ νὰ τὶς κυριαρχήσει, ἀνατολικὲς ἐπιδράσεις· νὰ ἀναγνωρίσει τὸν ἑαυτό του μεσα στὸ πλέγμα τῶν δεσμῶν του μὲ τοὺς ἄλλους βαλκανικοὺς λαούς, μὲ τοὺς ὁποίους ἔχει ζήσει σ’ ἐπαφὴ γιὰ αἰῶνες στὴ βυζαντινὴ, στὴν ὁρθόδοξη καὶ στὴν ὀθωμανικὴ κοινότητα· τέλος, νὰ βρεῖ τὸν ἑαυτό του στὴν οἰκουμενικότητα τῆς δυτικῆς παιδείας, πρὸς τὴν ὁποία, παρὰ τὶς ὁποιεσδήποτε ἀντίροπες τάσεις, τὸν ἔφερναν, μόλις συγκροτήθηκε σὲ ἔθνος, οἱ γεωγραφικὲς καὶ οἱκουμενικὲς του σχέσεις καθὼς καὶ ἡ ἑλληνικὴ του παράδοση, ποὺ τὴν ξανάβρισκε μέσα στὶς ἄρχὲς τῆς δυτικῆς σκέψης καὶ ποὺ τὸν βοηθοῦσε νὰ τὶς ἀφομοιώσει γιὰ τὶς δικές του δημιουργίες.
   Αὐτὴ ἡ πολλαπλότητα τῶν παραγόντων, διαφορετικῶν ἤ ἀντίθετων, ὅπου ἡ νεοελληνικὴ σκέψη βρέθηκε περιπλεγμένη, εἶναι στὴ βάση τῆς ἀντίφασης ποὺ διαπιστώνουμε συχνὰ στὴν ἐξέλιξη τῆς σύγχρονης Ἕλλάδας, ἀντίφαση ποὺ τὴν ἐκμεταλλεύτηκαν διάφορες κοινωνικὲς ὁμάδες στὶς συγκρούσεις τους καὶ ποὺ τὴν ἐπιδείνωσε ἡ ἄμεση ἀνάμιξη στὴν πολιτικὴ ζωὴ τῆς Ἑλλάδας τῶν μεγάλων δυνάμεων ποὺ ἀνταγωνίζονται στὴ νοτιο-δυτικὴ Εὐρώπη καὶ στὴν Ἐγγὺς Ἀνατολὴ. Δὲν ὑπάρχει ἄρα τίποτε τὸ ἐκπληκτικὸ στὸ ὅτι ἡ νεοελληνικὴ ἱστορία εἶναι τόσο ἰσχυρὰ σημαδεμένη ἀπὸ προόδους καὶ ὐποχωρήσεις, καθὼς καὶ ἀπὸ ἐξάρσεις ποὺ ἀνακάπτονται ἀπότομα γιὰ λόγους ξένους πρὸς τὴν ἐσωτερικὴ ἐξέλιξη του Ἔθνους.'
Νίκος Γ. Σβορώνος, Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας, μτφρ. Αικατερίνη Ασδραχά, εκδ. Θεμέλιο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου