[Εκείνη, έχει λουστεί στον ήχο]


Εκείνη, έχει λουστεί στον ήχο
όπως ένα τσέλο ανοίγεται στη βροχή.
Και το μάννα πέφτει στον αμαρτωλό,
και το χιόνι πέφτει στον πεινασμένο.

Με τη γεύση του πόνου, εκείνη
μεταμορφώθηκε σε κρήνη. Ανάβλυσε,
όπως μία παρθένα θα αγαπήσει
και ο έρωτας θα προχωρήσει.

Μάζεψε, από τούτη την κρήνη, έρωτα
μέσα στις κάμαρές σου. Δίχως χαρά,
μα όπως το κρασί στις ψυχές αρμόζει
κι ένα παράθυρο ανοίγει τοίχους στη ζωή.

*

Ωδή


Δεν τρώω στάρι
και φοράω τις χορδές του βιολιού μου
γύρω απ’ το λαιμό μήπως και τις χρειαστώ.

Το χιόνι στάλθηκε απ’ τα βουνά
ξαπλώνω όπως τα λουλούδια
είναι ένα φρέαρ ανελκυστήρα αυτό το νησί.

Ένα γλυκό παιδικό τραγούδι περιγράφει το μάννα
και το πόσο μακριά είναι κάθε καλό
κι η μουσική, επίσης

όταν απουσιάζω δακρύζει
λες και τα παιδιά απόκαμαν
απ’ το ασταμάτητο παιχνίδι μου.

Ω, η καρδιά μίλησε
πως χθες διώχτηκες από την ύπαρξη
για μια μυστηριώδη φλεγμονή.

Οι άνθρωποι είναι άγγελοι.

*

Τώρα φαντάζουν μακρινά και ήπια


Τώρα φαντάζουν μακρινά και ήπια
τα πρωινά βάσανα της παιδικής ηλικίας
και οι βροχερές της δυστυχίες πάνω απ’ τα σχολεία

Ρευστά μεσημέρια σεργιανίζοντας
πλάι σε νερόλακκους χαζεύοντας φύλλα που κολυμπούσαν
και όνειρα γαλάζιων ταξιδιών που καθρεφτίζονταν

Το ότι βρισκόμουν πάντα σε ετοιμότητα μακριά
απ’ τον ψευτοπαλικαρά που πρώτος μου έσπασε τη μύτη
κι έτσι χρειάστηκε να του σπάσω κι εγώ το ρολόι

Τον χτύπησα
            του έπεσε
                       το πάτησα
κι εκείνος
            δεν θα ξέρει πια ποτέ
                       την ώρα

Μια αιφνίδια βία στον ουρανί
με ενέπνευσε για την πρώτη μου δημόσια πράξη
ερωτικά έτοιμος και επιδεικτικός μα παρθένος μεγαλώνοντας

Ενώ τα λευκά κασκέτα του ανέμου
Μα η ταραχή στην επιφάνεια των νερών
Σημαίνει πως ένα προπύργιο πέφτει στου ουρανού την κοίτη

Σύντομα όλα θα παραδοθούν στα τρυφερά
Κυβερνώντα κύματα μιας κυρίαρχης θέλησης

Ενώ το ρευστό μεσημέρι προσλαμβάνει την αρετή του

*

Τραγούδι


Υπέφερα σιωπηλά για σένα
καθώς διάβαινα μες στη βροχή
ένας παράξενος φθινοπωρινός καπνός
βγήκε απ το τσιγάρο μου και είχε γεύση
καμπαναριού και λάσπης
εκεί που είχα φτάσει μια πινακίδα έγραφε κύριε
ευλόγησε το μικρό μας χωράφι
μα δεν σήμαινε τίποτα απώτερο για μένα
πέρα από εκείνο που έφτιαξε τούτο το βαρύ ξωκλήσι
να στέκει αφημένο δίπλα στο σιδηρόδρομο
για λόγους αναμνηστικούς
ανάμνηση χαράς προσδοκιών αρρώστιας και αμφιβολίας.



Φρανκ Ο’ Χάρα, Ποιήματα, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Ηριδανός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου