Sottoportico San Zaccaria


Βρέχει πάνω στις στέγες
Όπως βρέχει στα ποιήματά μου
Κάτω από τον κεραυνό
Ταιριάζουμε σαν κομμάτια
Ενός μαγικού παζλ
Δώδεκα άνεμοι τινάζουν τους γλάρους από τον ουρανό
Και σκίζουν τις κουρτίνες
Και η αστραπή λάμπει
Πάνω στα ιδρωμένα στήθη σου
Το πρόσωπό σου σωριάζεται στο σκοτάδι
Κι ο άνεμος ηχεί σαν στρατός
Που ξεπροβάλλει μέσα από ξερά καλάμια
Τεντώνουμε τα πονεμένα μας κορμιά στο παράθυρο
Και μπορώ να μυρίσω το ξερόχορτο
Μέσα στη θηλυκή ευωδιά της Βενετίας.

*

Ταξιδιώτες στο Έρεγουον


Ανοίγεις το
Φόρεμά σου πάνω στο σκονισμένο
Κρεβάτι που κανείς
Δεν κοιμήθηκε για χρόνια
Μια κουκουβάγια βογκά πάνω στη στέγη
Λες
Αγάπη
Αγάπη μου
Στο σκονισμένο φως της παλιάς
Λάμπας πετρελαίου οι ώμοι
Η κοιλιά τα στήθη οι γλουτοί σου
Μοιάζουν με άνθη ροδακινιάς.
Θεόρατα άστρα πολύ μακριά πολύ ξέχωρα
Έξω από το σπασμένο παραθυρόφυλλο
Πελώρια αθάνατα ζώα
Κάθε ζώο ένα μάτι
Κοιτάζουν
Ανοίγεις το κορμί σου
Δεν έχει τέλος η νύχτα
Δεν έχει τέλος το δάσος
Σπίτι μια ζωή παρατημένο
Μέσα στο δάσος μέσα στη νύχτα
Δεν θα ‘ρθει κανείς ποτέ
Στο σπίτι
Μόνοι
Στον σκοτεινό κόσμο
Στη χώρα των ματιών.

*

Για μία μασέζ και πόρνη


Κανείς δεν ξέρει πια τι είναι η αγάπη.
Κανείς δεν ξέρει στο Θεό τι συνέβη.
Μετά τα μεσάνυχτα, οι αδελφές και οι λεσβίες
Ξεχύνονται στους δρόμους των παλιών μπορδέλων,
Σαν σπειροχαίτες σε ένα ηλίθιο μυαλό.
Οι απατεώνες χάθηκαν όλοι από την πόλη.
Θυμάμαι τις ώρες που πέρασαν
Μιλώντας μαζί σου για τις ανοησίες
Του κόσμου που καταρρέει και τις κτηνωδίες
Της ράτσας μου και της δικής σου,
Ενώ οι άρρωστοι, οι ανώμαλοι, οι κακομούτσουνοι,
Ήρθαν κι έφυγαν, κι εσύ τους τακτοποίησες
Και τους έδωσες να καταλάβουν,
Και τους ξαπόστειλες με λίγη αίσθηση
Ηλεκτρικής ζωής από τα ακροδάχτυλά σου
Ποιος θα μπορούσε να ξεχάσει το γλυκό σου κορμί
Ή τα γαλήνια ευγενικά σου αισθήματα,
ή τον χαμογελαστό σου έρωτα
Υποθέτω πως το άγγιγμά σου κράτησε πολλούς άνδρες
Όσο ήταν δυνατό στα συγκαλά τους.
Κάθε ώρα όλο και λιγοστεύει τούτο το άγγιγμα στον κόσμο.

*

Cinque Terre


Μια φωνή οδύρεται στην χρωματιστή άμμο
Που τρέχουν χρωματιστά άλογα
Πλάγια στο κύμα
Εμείς μόνοι μέσα στο σύμπαν
Όπου οι θλίψεις κινούνται σαν τη θάλασσα
Του χαμένου έρωτα
Κάτω από τον αυγερινό
Που γλιστρά από τον ουρανό
Μέσα στο χλομό τυφλό νερό
Και κάνουμε έρωτα
Άκρη-άκρη στο βράχο
Που σταματούν οι αμπελώνες
Στις παρυφές των αρχαίων
Ασημένιων ελαιώνων.



Κένεθ Ρέξροθ, Ποιήματα, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Ηριδανός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου