video
Clip from Bob Logan’s Meatballs 4 (1992)

  'Δὲν εἶχε προφτάσει ν’ άποτελειώσει τὰ λόγια της καὶ ὁ Ρικέτος μὲ τὴν τούφα παρουσιάστηκε στὰ μάτια της σὰν ὁ πιὸ ὄμορφος, ὁ πιὸ καλοφτιαγμένος καὶ ὁ πιὸ ἀξιαγάπητος κύριος τοῦ κόσμου ποὺ εἶχε δεῖ ποτέ της. Μερικοὶ βεβαιώνουν πὼς αὐτὴ τὴ μεταμόρφωση δὲν τὴν ἔκαμαν τὰ μάγια τῆς νεράιδας ἀλλὰ ὁ ἔρωτας καὶ μόνο. Λένε πὼς ἡ βασιλοπούλα μπροστὰ στὴ σταθερότητα τοῦ ἀνθρώπου ποὺ τὴν ἀγαποῦσε, τὴ διακριτικότητά του κι ὄλα τὰ ψυχικὰ καὶ πνευματικά του χαρίσματα, ἔπαψε νὰ βλέπει τὸ στρεβλό του το κορμί καί τὴν ἀσκήμια τοῦ προσώπου του. Πὼς τὴν καμπούρα του δὲν τὴν ἔβλεπε πιὰ παρὰ σὰ χαρακτηριστικὸ τῆς προσήνειας ἑνὸς σπουδαίου ἀνθρώπου, κι ὅτι ἐνῶ ὤς τότε τὸν ἔβλεπε νὰ κουτσαίνει φοβερά, δὲν ἔβρισκε πιὰ παρὰ πὼς εἶχε ἕνα ὕφος κουρασμένο ποὺ τὴν ἐγοήτευε. Λένε ἀκόμα πὼς τὰ μάτια του ποὺ ἦταν ἀλλήθωρα, τώρα ἔβρισκε πὼς ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ ἦταν πιὸ λαμπερά, ὅτι ἡ ἀσυμμετρία τους ἦταν γι’ αὐτὴν δεῖγμα φλογεροῦ μεγάλου ἕρωτα, καὶ τέλος ὅτι ἡ κόκκινη χοντρή του μύτη εἶχε πάρει γι’ αὐτὴν κάτι τὸ άρειμανιο καὶ τὸ ἡρωικό.'

από το Ὀ Ρικέτος με την Τούφα', Τα Παραμύθια του Charles Perrault, μτφρ. Δέσποινα Καμπάνη-Δετζώρτζη, εκδ. Άγρα

  'Ας επανέλθουμε όμως στο εγώ και ας δούμε τι θα κάνει όντας αντιμέτωπο με μια μαζική είσοδο ενέργειας την οποία δε μπορεί να αφομοιώσει. Το εγώ, με τη λιγοστή δύναμη που του απομένει, θα προσπαθήσει να αντισταθεί σε αυτή την είσοδο ενέργειας, επενδύοντας τα απολήγματα του ρήγματος, της πληγής, για να μειώσει την είσοδο ενέργειας, να μειώσει το τραύμα, αν μπορούμε να πούμε κάτι τέτοιο. Θα προσπαθήσει να δημιουργήσει ένα είδος προστατευτικού, αμυντικού φράγματος. Σαν το σκυλί που γλείφει την πληγή του για να την επιδέσει μόνο του. Όμως το εγώ δεν θα επενδύσει τους κατεστραμμένους ιστούς της πληγής, αλλά την ψυχική αναπαράσταση αυτής. Και μάλιστα θα την επενδύσει υπέρ του δέοντος (ναρκισσιστική υπερεπένδυση), όπως και την εικόνα του χαμένου αντικειμένου στην περίπτωση της απώλειας του αγαπημένου αντικειμένου) [...]. Εφόσον όμως  το εγώ επενδύει την αναπαράσταση και όχι την πληγή, και μάλιστα την υπερεπενδύει, ο πόνος όχι μόνο δεν μειώνεται, αλλά αντίθετα εντείνεται. Επομένως, ο πόνος προκαλείται από την πολύ έντονη συναισθηματική αξία που αποδίδεται σε αυτό που είχαμε και το οποίο χάσαμε, είτε πρόκειται για μέρος του σώματός μας, είτε για το πρόσωπο που αγαπάμε. Το εγώ, αντί να επιδένει την πληγή, επιδένει το σύμβολο της πληγής, από το οποίο «κρέμεται» συναισθηματικά με όλο του το είναι. Αυτή όμως η άμυνα επιφέρει το αντίθετο από το ποθητό αποτέλεσμα: τον εντονότερο πόνο. Αυτό συμβαίνει γιατί όλη η ψυχική αναπαράσταση, η οποία, επιβαρημένη υπέρ του δέοντος, απομονώνεται από τις άλλες αναπαραστάσεις που δομούν το εγώ. Η υπερτροφική λοιπόν σε ενέργεια αναπαράσταση μετατρέπεται σε «ξένο σώμα» που σχίζει τις ίνες του εγώ. Ετσι προκαλείται πόνος.'
 
Βασιλική Κανελλοπούλου, Ψυχαναλυτική Θεώρηση του Πόνου, εκδ. Επέκεινα



   Although I was asked by the independent filmmaker Ben Rider to review his first feature film To Love Somebody, I do not think that what follows could be regarded as a critique, since my reflections will not only be simply subjective, but -at least in their essence- idiosyncratic. This outcome should be attributed not just to an inescapable personal perception, but mainly to the fact that while I was watching it, I was feeling more as being judged for my will to be in energetic position as an intellectual spectator than as being potentially able to criticize it as potential artistic attempt as well. It could not be a different experience for those who, like me, believe that if To Love Somebody deserves attention is rather due to what it refutes than what it is able to confirm. However, to refute/confirm to whom? Its spectator has to demonstrate a greater responsibility as the non-receiver of a refused confirmation than the one of its creator as the provider of an a priori disproval. So, Rider wanting to express his feelings, had also in his mind the effort to make the spectators feel too. If this was doomed as a prosecuted intention, this condemnation can only elucidate both the grandeur and the unworthiness of the human impasse. This is the reason why Riders actors look like marionettes on his hands: the heroes they impersonate are also marionettes on the hands of an ill-fated destiny. What is being suggested against this destiny is love, to love somebody, as much as Ben Rider loves cinema. Yet, the human condition can possibly be narrated only as a story of hyporcrisy. The synopsis of the film according to its press release was the following:
'Two couples, who have been close friends for years, face several life-altering traumas out of their control. Mike and Meryl are recovering from their son's death and their inability to communicate. Joanna and Tim are trying to conceive their first child, after several failed attempts. In the course of the film the couples contrast one another, quickly developing an intimate study of human nature'.
It is indeed through an illustration of the possible meaning of a failure that the film succeeds not as much as a study on human nature, but rather as a study on the nature of the cinematic art itself. Of course, a value that insists οn its indefinability betrays either the significance of its hypostasis or the insignificant anxiety at least of the object of its attachment... Overall, To Love Somebody stands defenceless in its potentially ambiguous interpretation as it should, and what is to be expected in the future is not a contingent vindication by the later work of its director since his first feature film is already a kind of artistic verdict and thus a challenge for the daring spectator to be both its martyr and juror.

ΤΟΥ ΔΙΚΟΥ ΜΟΥ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ ΦΟΒΟ ΕΙΧΑ


Του δικού μου του ανέμου φόβο είχα· η μανία
μη χαλάσει όλα τ’ άνθη τα σωστά και τα ωραία,
και ο ήλιος ο δικός μου έκαιγε μεγάλη φλόγα,
και τ’ αγέρι το δικό μου έπαψε πνοή να έχει.

Άνθος όμως απ’ τα ωραία μήτε ένα δεν ευρέθη
όμορφο και γινωμένο πάνω σε κανένα δέντρο —
όλα ετούτα ’δω τα άνθη έγιναν και μεγαλώσαν
άκαρπα, και ψευτισμένα, όμορφα μόνο στο μάτι.

* * *

ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ


Όποιος για τον εαυτό του τη χαρά κρατάει
Τη φτερωμένη τη ζωή καταργεί,
Μα όποιος φιλάει τη χαρά όταν πετάει
Ζει στης Αιωνιότητας την αυγή.



Ουίλιαμ Μπλέικ, 16 Ποιήματα, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Κουκούτσι