'Καλύπτω με τη δεξιά παλάμη μου το δεξιό μέρος του προσώπου μου για ν’ αποφύγω τη θέα του θηριώδους Ναού του Πόνου, απ’ τα παράθυρα του οποίου παρακολουθούσα μέχρι πρόσφατα την πομπή των μικρών σαν παιχνιδάκια τροχοφόρων. Να με τώρα καθισμένος σ’ ένα απ’ αυτά. Τη στιγμή που το ταξί περνά μπροστά από το δεκαεπταώροφο κτίριο, μια ανεξέλεγκτη δύναμη μου κατεβάζει το χέρι, κι αφήνομαι ανυπεράσπιστος στη θέα του, με φωτισμένα σχεδόν όλα τα παράθυρα, κυψέλες απ’ όπου, δίχως ν’ ακούγονται, μαντεύω να υψώνονται στεναγμοί και θρήνοι. Η μοίρα μου είναι πάντα αυτή, [...]. Βρίσκομαι πιασμένος στη σαγήνη του πόνου που προκαλούν παρόμοια συγκροτήματα. Το μεγάλο λογότυπο με το κεφάλι της Υγείας, συζύγου ή κατ’ άλλους κόρης του Ασκληπιού, κυριαρχεί εκεί ψηλά, φωτισμένο σαν το Άγαλμα της Ελευθερίας στην είσοδο του λιμανιού της Νέας Υόρκης, επιφορτισμένο άλλοτε να προστατεύει ανθρώπους κι άλλοτε πάλι αναπόφευκτα, με μια σπρωξιά, να τους κατακρημνίζει στην Κοιλάδα των Δακρύων.'

Μένης Κουμανταρέας, Ο Θησαυρός του Χρόνου, εκδ. Πατάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου