Αφιέρωμα στο συγγραφικό έργο του Νίκου Καρβέλα
|


ΕΡΩΤΙΚΗ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ


Σ’ ένα δρόμο μικρούς κεραυνούς
κατοικεί η αγάπη μου.
Το πρόσωπο της αγάπης μου
σ’ ένα δρόμο μικρό.
Τα λευκά όμορφα δάχτυλα.
Της ψυχής μου το ράγισμα.
Της αγάπης μου τα όμορφα δάχτυλα,
μέτωπο και μύτη και χείλη
και σαγόνι, στα γόνατα,
από την πλευρά του συνοδηγού
του προσώπου μου ακολουθούν το περίγραμμα.
Στον αέρα το γέλιο της.
Σ’ ένα δρόμο μικρό
της αγάπης μου το γάργαρο γέλιο
με παύσεις απότομες και ενάρξεις,
στοιχειωμένο χορεύει το μικρό της κορμί.
Το λευκό της κορμί.
Του κορμιού μου το ράγισμα.
Σ’ ένα δρόμο μικρούς κεραυνούς
της αγάπης μου η ανάσα,
στο λαιμό και στα μάτια μου
ταξιδεύει χειμώνες και δάση.
Οι ακάθαρτες λέξεις,
σε δυο πλεξούδες δάχτυλα μέσα
σφιχτά τυλιγμένα,
πλένονται οι λέξεις,
οι ακάθαρτες λέξεις
οι σκέψεις,
οι φθόγγοι,
της αγάπης μου
οι ατέλειωτοι φθόγγοι,
κεραυνοί να με σώζουν,
οι ατέλειωτοι φθόγγοι
κεραυνοί σ’ ένα φόβο μικρό
που φοβάται.

* * *

ΑΝΤΙΔΟΤΟ


Φιδίσια μαλλιά σέρνονται ήρεμα
ως τη γούβα του λαιμού σου
και πίνουν νερό.
Πώς μπορεί ένας έρωτας
να απαρνιέται μια τέτοια εικόνα;

Διεσταλμένες κόρες
στραμμένες βορειοανατολικά
αφοπλίζουν τον άνεμο
και το θάνατο.
Πώς μπορεί ένας έρωτας
ν’ απουσιάζει από τόση αρμονία;

Μια μικρή νυχτερίδα
αποχωρίστηκε τη νύχτα
για να κάνει ερωμένο της
το κάτω σου χείλος.
Πώς μπορεί ένας έρωτας
να λείπει από τόση αγάπη;

* * *

ΤΑ ΔΙΧΤΥΑ


Κλεισμένος στης απομόνωσης το φρικτό κελί,
με το κέρινο φως
και την υγρασία στους τοίχους,
θανατικές καταδίκες
ως συνήθως μοιράζω.
Ανάμεσα στα θύματα ήσουν και εσύ απόψε.
Νομοθέτη άραγε ή τρελού,
μέσα στο μυαλό μου,
τα δίχτυα είναι απλωμένα;
Μα όποιου και αν είναι,
τα λόγια αυτά εσύ
δε θα ’πρεπε να τα ’χεις ειπωμένα.
Βαριά η συγκομιδή
τα δίχτυα για ν’ αντέξουν.
Σκισμένα δίχτυα άχρηστα,
μες στο φρικτό κελί
σιγά σιγά,
μαζί μου θα σαπίσουν.

* * *

Η ΧΕΙΡΟΒΟΜΒΙΔΑ


Και ψάχνοντας κατεβαίνω.
Κι όσο κατεβαίνω, χέρσα χωράφια συναντώ
-και βάλτους με σάπιες καλαμιές,
Γιομάτους βατράχια με κοιλιές πρησμένες
-και φωνές ανθρώπινες που με κοροϊδεύουν!
Ρεκ ρεκ ρεκ θεριστή! Θεριστή!
Όχι από δω! Όχι από κει!
Ρεκ ρεκ ρεκ θεριστή! Θεριστή!
Τράβα το κεφάλι απ’ το κορμί να κοπεί,
Ρεκ ρεκ ρεκ οδοιπόρε φτωχέ,
-αυτό που ψάχνεις να βρεις
-το ’χουμε εμείς καταπιεί!
Χέρσα χωράφια και βαλτότοπους
-με βατράχια που κοροϊδεύουνε
-μ’ ανθρώπινη λαλιά!
...Κάποτε... σύντομα.

* * *

ΛΥΝΟΝΤΑΣ ΕΞΙΣΩΣΕΙΣ ΣΤΟ HYDE PARK


Το νωχελικό θέρος,
άφησε την τελευταία του πνοή ήσυχα,
καθώς κοιμόταν στην αγκαλιά του Οκτώβρη
εκείνο το πρωί της Δευτέρας.
Η κηδεία έγινε χωρίς καθυστερήσεις
το ίδιο απόγευμα,
σε ένα μικρό ροζ τετράδιο,
την ώρα που ο χειμώνας,
έσπρωχνε για μια ακόμη φορά
το ανάπηρο φθινόπωρο
πάνω στις ράγες του χρόνου,
όπως ακριβώς είχε συμβεί την άνοιξη,
κάμποσους μήνες πριν,
από ένα έξαλλο καλοκαίρι,
όπως ακριβώς γίνεται πάντα,
εδώ και πολλά χρόνια,
έως ότου ο ένας από τους δυο
μονομάχους που απέμειναν,
τον άλλον αφανίσει
και πάψουν πια οι άνθρωποι να κάνουν κηδείες
στο μικρό ροζ τετράδιο των τελετών
και υποδεχθούν με κεφάλι σκυμμένο,
δίχως ζητωκραυγές και συνθήματα,
το νικητή και το τέλος τους.

* * *

ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΝΥΚΤΟΣ


Η γλώσσα μου
τα δόντια μου,
ο ουρανίσκος μου,
τα χείλη μου.
Γιατί πιστεύεις το στόμα μου;
Γιατί καταπίνεις φιλιά και λέξεις αμάσητες;

Ακέφαλες ηδονές
καλλιεργούν μικρόβια
για θεραπεία της μοναξιάς και της τρέλας.
Μην πιστεύεις τα στόματα
που κατοικούν ηδονές.
Μη καταπίνεις φιλιά και λέξεις αμάσητες.
Λίπασμα είναι μόνο.
Λίπασμα.
Μάσησέ τα καλά,
λιάνισέ τα στο στόμα σου
και ύστερα
φτύσ’ τα.



Ποιήματα, εκδ. Sonik 2006

*
 

[απόσπασμα]


Της ανάληψης, λήψη ανάληπτη,
των λέξεων την οσμή ή τη γεύση,
κατέχοντας, πελιδνά πρόσωπα
άφατης απορίας,
σαν κύμα στυφό και σαν πόνο στο διάφραγμα
από ουσίες όξινες,
σε στάση ανάσκελη μείνε.
Μη σηκώνεσαι ακόμη.
Μείνε εδώ. Δεν κινδυνεύεις.
Ανασήκωσε το κεφάλι σου λίγο.
Ηλιακό πλέγμα το λένε.
Θηλές καταπλακωμένες
από το λίπος αναίσθητες,
ευαίσθητες πάντα,
το χέρι να χαϊδεύει από κάτω,
καθώς δείκτες ανηφορίζουν
κι ύστερα κατηφορίζουν,
αριστεροδέξια, όπως οι νέοι
που βάζουν μυαλό μεγαλώνοντας,
όπως οι άναρχοι νέοι
που γίνονται υπάλληλοι σίγουτα.
Της ανάληψης, λήψη ανάληπτη,
της γνώσης απόγνωση,
με χάπια για την υπέρταση
δεκαοκτώ τον αριθμό,
δεκαοκτώ που συνεχώς απομακρύνονται
χρόνια αλλάζοντας πανομοιότυπα,
όμως αλλάζοντας πάντα,
με μικρές αποκλίσεις ολόιδιες πάντα,
απορώντας για το ίδιο λάθος κάθε φορά.
Εθισμός ή μικρόνοια;
Μην κουνιέσαι σου είπα.
Μη σηκώνεσαι ακόμη.
Μείνε λίγο εδώ.
Μαζί μου.
Μη γίνεις ακόμη καλά.
Χωρίς να μιλάμε.
Ας κυττάζουμε μόνο την ουρά του σκύλου
που κουνιέται ακατάπαυστα
και τις άκρες των δέντρων
έξω από το παράθυρο,
που σε κάθε σφύριγμα του ανέμου,
δουλικά υποκλίνονται.

Μέγιστο Φως, εκδ. Sonik 2006

*


  'Πάντα με ενδιέφερε η ακριβής έννοια των λέξεων. Ήταν για μένα το εισιτήριο για το άβατο όχι της «ψυχής» μου –εγώ δε θα αναφερθώ ποτέ στη λέξη «ψυχή», γιατί δεν την πιστεύω-, αλλά του μυαλού μου. Μου άρεσε να υπεραναλύω και να ενθαρρύνω όσο μπορούσα περισσότερο την έμφυτη τάση που είχα για αμφισβήτηση.
   Η ερμηνεία των λέξεων, η σημασία κάθε λέξης ήταν για μένα το πιστεύω της ζωής μου, αφού πιστεύω ότι πάνω εκεί είναι δομημένο ολάκερο το κοσμικό οικοδόμημα.
   Οι λέξεις είναι η λάσπη και τα τούβλα που χτίζουν τις πρωτεύουσες του κόσμου και τη μοίρα τους.
   Οι λέξεις και η σημασία τους σφυρηλατούν τον ογκόλιθο της παγκόσμιας ιστορίας.
  Οι λέξεις στιγματίζουν και σηματοδοτούν την εξέλιξη και την παρακμή της κοσμικής αυτοκρατορίας.
   Στην αρχή, ο θεός έπλασε τον άνθρωπο.
   Ύστερα, ο άνθρωπος έπλασε τον θεό.
   Και, τέλος, έπλασε τη λέξη «ψυχή», για να τον «μαντρώσει».
   Η λέξη «ψυχή» είναι η φυλακή όπου βρίσκεται φυλακισμένος ο θεός.
   Αυτή η υπερβατική, υπερκόσμια οντότητα, ο δημιουργός του σύμπαντος, είναι παγιδευμένος σε μια εξίσου ανεξιχνίαστη και απροσδιόριστη κατάσταση πραγμάτων, που προσδιορίζεται από τη λέξη «ψυχή».
   Πάντα αναρωτιόμουν πώς καθορίζεται το ακαθόριστο και πώς είναι δυνατόν να βασίζεται σε μια ακαθόριστη έννοια μια ολόκληρη επιστήμη η οποία ονομάζεται «ψυχιατρική», με παρακλάδι την «ψυχολογία». Πώς η ακαθόριστη έννοια της ψυχής μπορεί να αρρωστήσει και πώς οι επαίοντες αυτής της επιστήμης μπορούν να την επαναφέρουν σε κανονική λειτουργία με χάπια και άλλα γιατροσόφια. Όλα αυτά φάνταζαν σε μένα πολύ περίεργα. Αυτή η «ψυχή» θεωρούσα ότι ήταν ο τρομοκράτης της ανθρωπότητας.
   Κι όμως, αυτή η σκοτεινή λέξη δε σημαίνει απολύτως τίποτε. Αυτή η σκοτεινή και μυστηριώδης λέξη που χρησιμοποιείται αφειδώς από όλα τα στόματα, ειλικρινά, δε σημαίνει τίποτα το συγκεκριμένο.
   Αγωνιά η υφήλιος και σιγοψήνεται πάνω στο ικρίωμα του φόβου που εμπνέει αυτή η λέξη-φάντασμα, η οποία βρίσκεται παντού.'

Πιστεύω, εκδ. Modern Times 2007

*


ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ


Κρύβονται οἱ ποιητὲς
καὶ πλένουν τὶς ψυχὲς τους καὶ μεγενθύνουν τὶς φυσικές τους διαστάσεις
σὲ παρελάσεις παρομοιώσεων καὶ περίπλοκων λεκτικῶν σχηματισμῶν.
Κρύβονται οἱ ποιητὲς
στὴν ἀσφάλεια τῆς ὑπερχρωμίας τοῦ μαύρου καὶ ἐξυμνοῦνε χρώματα
ποὺ δὲ μύρισαν, οὔτε ἄκουσαν, οὔτε ἀγγιξαν ποτέ.
Κρύβονται οἱ ποιητὲς
καὶ συμπάσχουν καὶ κατανοοῦν τοὺς νέους
μὲ τὶς κυρτὲς πλάτες καὶ τὰ γέρικα δέρματα,
μὲ ἀντιστάθμισμα λίγα γραμμάρια ἐγκεφάλου.
Κρύβονται οἱ ποιητὲς
στὴ μήτρα τῆς ἄκληρης διανόησης καὶ ἀπαγγέλλουν στίχους
καὶ παραγγέλλουν ἀγῶνες ταχύτητας σὲ παράλυτους.
Κρύβονται οἱ ποιητὲς
καὶ ἀνταλλάσσουν μὲ μελάνι τὸ αἶμα τους
καὶ τὶς πληγὲς στὰ κορμιά τους μὲ γρατζουνιὲς πάνω σὲ λευκὰ κομματάκια χαρτί.
Κρύβονται οἱ ποιητὲς καὶ νομίζουν . . .

* * *

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ


Ἡμέρες εὐδαιμονίας, ἀναρχίας καὶ χάους.
Ἡμέρες ἀναπαράστασης στυγερῶν ἐγκλημάτων,
ποθητῶν καὶ ἀνεκπλήρωτων, πίσω ἀπὸ τείχη ἐχέμυθα,
ποὺ ἡ ὕπαρξη ἀνακαλύπτει τὸ λόγο
καὶ ἡ αφορμὴ τὴν αἰτία,
καὶ ὁ ἄνθρωπος τὸ πιὸ εἰδεχθὲς μέσο,
μὲ ὕπνο ἐλαφρὺ τὸ δαφνοστόλιστο κεφάλι ἀμείβουν.



Η Nαυτία των Ημερών, εκδ. Διάττων 2009

*


  'Ο ταχυδρόμος Πολ ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει ασυνήθιστα δυνατά και γρήγορα –έπασχε από μεγαλοκαρδία–, καθώς για πρώτη φορά στεκόταν μπροστά από τη μαρμάρινη καμάρα με τη σκαλιστή επιγραφή στο σκουρόχρωμο θόλο της. [...] Ο ταχυδρόμος Πολ έπασχε από μια ανεξήγητη θλίψη από τότε ακόμη που ήταν παιδί. Ψαχούλεψε με το ένα του χέρι μέσα στη δερμάτινη θήκη που κρεμόταν από το στρογγυλό σίδερο που ένωνε τη σέλα με το τιμόνι και κάποτε χρησίμευε σαν κάθισμα για τη γυναίκα του. Πολλές φορές είχαν μελανιάσει πάνω του οι εφηβικοί της γλουτοί, μα το προτιμούσε από τη σχάρα, που ήταν το ίδιο άβολη. Η αλήθεια είναι ότι της άρεσε να βρίσκεται ανάμεσα στα χέρια του. Δεν είχε κανένα παράπονο από τη γυναίκα του ο ταχυδρόμος Πολ. Η θλίψη που τον βασάνιζε θα μπορούσε να συνδέεται με οποιαδήποτε αιτία, αλλά ποτέ με εκείνη. Ίσα-ίσα που τον βοηθούσε να την ξεπερνάει δίχως ποτέ της να κάνει κάτι ιδιαίτερο. Ήταν ανεξήγητη αυτή η θλίψη του. Ήταν, όμως, κάτι δικό του. Θα μπορούσε να καυχιέται ότι ήταν το μόνο πράγμα που ήταν εντελώς δικό του, αφού ό,τι άλλο είχε στη ζωή του το είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του. Κάποιες φορές η θλίψη τον βάραινε τόσο, που η ανάσα του κοβόταν στη μέση και δεν είχε δύναμη να γυρίσει τα πετάλια ούτε στο ίσιωμα. Τότε, όλως περιέργως, λίγος καπνός από τσιγάρο στα πνευμόνια του βοηθούσε την κομμένη ανάσα του να γίνει και πάλι ολόκληρη. [...] Ο δρόμος ήταν άδειος. Ήταν εντελώς μόνος του. Κάπου-κάπου νόμιζε ότι διέκρινε κάποιες ανθρώπινες σκιές πίσω από τα φωτισμένα παράθυρα, κάτι που τον έκανε αντί για ανακούφιση να νιώσει ένα ανεξήγητο ρίγος. Σιγά-σιγά άρχισε να τον κυριεύει ένα αίσθημα φόβου, που παραμέρισε εντελώς τη χαρά που ένιωθε μόλις πριν από λίγο.'

  'Ο ταχυδρόμος Πολ δεν ήταν όπως ο πατέρας του. Δεν το είχε πει ποτέ σε κανέναν, όμως ονειρευόταν. Δεν άντεχε να ζει άλλο στην αποπνικτική συνοικία των φτωχών του “Πρώτου δρόμου”. Όμως δεν ήταν η φτώχια του, ούτε το μικρό του σπίτι με τα φτηνιάρικα έπιπλα, που δε χώραγε καλά-καλά ούτε τη θλίψη του. Δεν ήταν η λιγομίλητη γυναίκα του, ούτε καν αυτή η μισητή δουλειά που τον έκανε τόσο δυστυχισμένο. Ήταν που ονειρευόταν. Ο ταχυδρόμος Πολ στον ξύπνιο του ονειρευόταν βιβλία. Το μόνο που ήθελε να κάνει στη ζωή του ήταν να διαβάζει βιβλία. Όπως έκανε τότε που ήταν παιδί μέσα στη χαμηλοτάβανη σοφίτα του. Γι’ αυτό δεν μπόρεσε ποτέ στο σχολείο να τα βγάλει πέρα. Γιατί όλη μέρα διάβαζε.'

  'Ο ουρανός ήταν έτοιμος να βρέξει και μια μαύρη σκιά απλωνόταν πάνω από τα όμορφα ψηλά κτήρια με τα γραφεία και τα εναλλασσόμενα χρώματα. Άνθρωποι καλοντυμένοι πάνω στα πεζοδρόμια μπαινόβγαιναν βιαστικά στα πολυώροφα μαγαζιά με τα πανάκριβα ρούχα, κρατώντας σακούλες στα χέρια τους. Τ' αυτοκίνητα στο δεύτερο δρόμο, παρά τις καθημερινές σχεδόν βροχές, έλαμπαν από καθαριότητα λες και η λάσπη σεβόταν τ' ακριβά αυτοκίνητα των πλουσίων του δεύτερου δρόμου. Οι σκύλοι και οι γάτες ακόμη φορούσαν περιλαίμια διακοσμημένα με πολύτιμες πέτρες και πάντα συνοδεύονταν από κάποιον που τα κρατούσε μ' ένα δερμάτινο λουράκι. Τα σπίτια στο δεύτερο δρόμο δε διέφεραν εξωτερικά από αυτά του πρώτου, μόνο που στο πίσω μέρος είχαν όλα κήπο. Όλα έμοιαζαν παραμυθένια σ' αυτή τη συνοικία. Το μόνο περίεργο ήταν ότι στο δρόμο έβλεπες μόνο ηλικιωμένους ανθρώπους και παιδιά. Οι νέοι άνθρωποι στη συνοικία των πλουσίων ήταν όπως τα φαντάσματα. Υπήρχαν παντού, όμως δεν τους έβλεπες ποτέ. Ήταν και οι ίδιοι όπως τα λεφτά τους κλειδωμένοι κάπου και γερνούσαν δίχως να τους νοιάζει αν βγουν ποτέ έξω.'


Ο Τρίτος Δρόμος, εκδ. Άγκυρα 2011

*


  'Ευτυχώς το φεγγάρι ήταν στα τελευταία του και ο ανηφορικός στενός χωµατόδροµος πίσω από το μαντρότοιχο του νεκροταφείου ήταν κατασκότεινος. Μετά από διακόσια περίπου μέτρα σταµάτησε. Πρώτα ακούµπησε το τσουβάλι µε τα εργαλεία πολύ προσεκτικά πάνω στον τοίχο και ύστερα κάνοντας µια έλξη βρέθηκε κι αυτός καβάλα. Ήταν στα µαύρα ντυµένος και ανάµεσα από τα κυπαρίσσια δε θα µπορούσε να τον διακρίνει κανένας ακόµη κι αν περνούσε από δίπλα του. Έμεινε για λίγο ακίνητος και κοίταξε τριγύρω µήπως έβλεπε ή άκουγε κάτι. Ύστερα κρατήθηκε µε τα δυο του χέρια από το μαντρότοιχο και άφησε όσο πιο αθόρυβα µπορούσε τα καινούρια του πόδια να ακουµπήσουν το χώµα από τη µέσα µεριά του νεκροταφείου. Ο μεταλλικός ήχος που ακούστηκε µέσα από το τσουβάλι την ώρα που το τράβηξε τον ανάγκασε να καθίσει αµέσως κάτω κρατώντας την αναπνοή του. Νεκρική ησυχία. Ούτε καν οι μυστήριοι ήχοι της νύχτας δεν ακούγονταν. Αφού βεβαιώθηκε ότι ήταν εντελώς µόνος, άνοιξε το τσουβάλι και στρώθηκε στη δουλειά. Το φρεσκοσκαµµένο χώµα ήταν πολύ µαλακό ακόµη. Για καλή του τύχη εκείνοι οι δυο που φτυάριζαν είχαν αφήσει τη δουλειά τους µισοτελειωµένη, έτσι πολύ σύντοµα ένιωσε τη σιδερένια άκρη από το κοντό φτυάρι να χτυπάει πάνω στο φέρετρο. Ο Πάκο ήταν πολύ εξοικειωµένος µε τα φέρετρα και τα πτώµατα όλα αυτά τα χρόνια στο νεκροταφείο, έτσι το θέαµα της παγωµένης κοπέλας δεν τον ενόχλησε ιδιαίτερα. Έδειχνε πολύ νέα και όµορφη. Την κοίταξε για λίγο και ύστερα µε προσεκτικές κινήσεις έβγαλε από το τσουβάλι το µεγάλο πριονωτό µαχαίρι. Αφού δίστασε για µερικά δευτερόλεπτα, πήρε µια βαθιά ανάσα και στρέφοντας το βλέµµα του αλλού άρχισε να πριονίζει το δεξί χέρι της κοπέλας ψηλά, στη βάση του. Εκεί που ενωνόταν µε το υπόλοιπο σώµα. Με το αριστερό του χέρι το έσφιγγε µε όλη του τη δύναµη από το µπράτσο για να µην κουνιέται. Ο ήχος που έκανε το µαχαίρι πάνω στις αρθρώσεις ήταν πολύ ανατριχιαστικός. Έτσι ο Πάκο άρχισε να µουρµουρίζει κάτι ακατάληπτο για να µην τον ακούει. Κάθε τόσο σταµατούσε για να βεβαιωθεί ότι όλα ήταν εντάξει και ύστερα συνέχιζε. Όση ώρα κράτησε το πέρα-δώθε του µαχαιριού πάνω στο χέρι της κοπέλας ο Πάκο είχε πάντα στραµµένο το βλέµµα του στο σκοτεινό ουρανό. Κάποια στιγµή ένιωσε την αντίσταση πάνω στο µαχαίρι να υποχωρεί απότοµα, ενώ ταυτόχρονα το αριστερό του χέρι ανασηκώθηκε κρατώντας σφιχτά από το µπράτσο το δεξί χέρι της κοπέλας, που είχε πια ξεκολλήσει από το σώµα της. Με βιαστικές κινήσεις, προσπαθώντας να µην κάνει θόρυβο, ο Πάκο έβαλε το κοµµένο χέρι µέσα στο τσουβάλι µαζί µε τα εργαλεία του πατέρα του. Ύστερα µε τον ίδιο τρόπο που µπήκε βρέθηκε έξω από το µαντρότοιχο του νεκροταφείου να κατηφορίζει τον έρηµο χωµατόδροµο. Όσο περπάταγε ο Πάκο σκεφτόταν ότι του ήταν αδύνατο να πιστέψει αυτό που είχε κάνει. Και, το χειρότερο, ότι δεν αισθανόταν απολύτως τίποτα για το χέρι που κουβαλούσε στο τσουβάλι, ούτε για το πετσοκοµµένο πτώµα της κοπέλας που είχε παρατήσει στον ανοιχτό τάφο. Θυµήθηκε µάλιστα κάποτε που ο Σιλέντσιο είχε κόψει το πόδι από εκείνη την ακρίδα πόσο είχε κλάψει. Βέβαια ήταν πολύ µικρός τότε. Η αλήθεια είναι πως ούτε και τώρα δεν αισθανόταν καλά, όµως αυτό που ένιωθε δεν έµοιαζε να είναι φρίκη ούτε ντροπή γι’ αυτό που είχε κάνει. Ανοίγοντας την πόρτα του σπιτιού του ο Πάκο ένιωθε µια περίεργη ευφορία.'

Η Ευτυχία του Πάκο, εκδ. Α. Α. Λιβάνη 2013   Νίκος Καρβέλας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου