'ἔμπρησεν δ’ ἄνεμος μέσον ἱστίον, ἀμφὶ δὲ κῦμα
στείρῃ πορφύρεον μεγάλ’ ἴαχε νηὸς ἰούσης·
ἡ δ’ ἔθεεν κατὰ κῦμα διαπρήσσουσα κέλευθον.
δησάμενοι δ’ ἄρα ὅπλα θοὴν ἀνὰ νῆα μέλαιναν
στήσαντο κρητῆρας ἐπιστεφέας οἴνοιο,
λεῖβον δ’ ἀθανάτοισι θεοῖσ’ αἰειγενέτῃσιν,
ἐκ πάντων δὲ μάλιστα Διὸς γλαυκώπιδι κούρῃ.
παννυχίη μέν ῥ’ ἥ γε καὶ ἠῶ πεῖρε κέλευθον.
'

  'Ἦμος δ ἠριγένεια φάνη ῥοδοδάκτυλος Ἠώς,
ἵππους τε ζεύγνυντ᾽ ἀνά θ᾽ ἅρματα ποικίλ᾽ ἔβαινον·
ἐκ δ᾽ ἔλασαν προθύροιο καὶ αἰθούσης ἐριδούπου·
μάστιξεν δ᾽ ἐλάαν, τὼ δ᾽ οὐκ ἀέκοντε πετέσθην.
ἷξον δ᾽ ἐς πεδίον πυρηφόρον, ἔνθα δ᾽ ἔπειτα
ἦνον ὁδόν· τοῖον γὰρ ὑπέκφερον ὠκέες ἵπποι.
δύσετό τ᾽ ἠέλιος σκιόωντό τε πᾶσαι ἀγυιαί.
'

* * *

  'Κι ο άνεμος φούσκωσε το πανί στη μέση και σκοτεινό κύμα έσκαγε με δυνατό κρότο στο σκαρί του πλοίου, που αρμένιζε. Και το καράβι έτρεχε σχίζοντας τα κύματα στο δρόμο του. Αφού έδεσαν τα άρμενα του ευκίνητου πλοίου, έστησαν κροντήρια γεμάτα κρασί και έκαναν σπονδές στους παντοντινούς και αθάνατους θεούς, πολύ περισσότερο μάλιστα στη γαλανομάτα κόρη του Δία. Και όλη εκείνη τη νύχτα και την αυγή το πλοίο αρμένιζε.'

  'Όταν ανέτειλε η κόρη της αυγής, η ροδοδάχτυλη Ηώς, έζεψαν τα άλογα και ανέβηκαν στα τορνευτά αμάξια και βγήκαν από την αυλόπορτα και την πολυθόρυβη στοά. Ο Πεισίστρατος χτυπούσε τα άλογα για να τρέξουν και αυτά πετούσαν πρόθυμα. Και έφθασαν σε σιτοφόρα πεδιάδα και η οδοιπορία τους τελείωσε, γιατί τόσο γρήγορα τους έφεραν τα φτεροπόδαρα άλογα. Και τότε βασίλεψε ο ήλιος και όλοι οι δρόμοι ίσκιωσαν.'


Ομηρός, Οδυσσεία: Τόμος 1: Ραψωδίες α, β, γ, δ , μτφρ. Παναγιώτης Γιαννακόπουλος, εκδ. Κάκτος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου