'Προτού ακόμα ξεκινήσει το πανηγύρι της απόβασης, τα γλέντια είχαν ξαναρχίσει στο κατεχόμενο Παρίσι όπου, για ορισμένους, η ζωή ήταν μάλλον απολαυστική.  Το 1943, οι εκδόσεις Gallimard είχαν θεσπίσει ένα λογοτεχνικό βραβείο, le prix de la Pléiade, το οποίο ο Σαρτρ και τα μέλη της κριτικής επίτροπής είχαν απονείμει το 1944 στον Μουλουτζί για το μυθιστόρημά του Enrico. Ο ευτυχής νικητής, για να γιορτάσει το γεγονός, είχε καλέσει τους φίλους του στο Ταβερνύ, στο σπίτι της μητέρας του Ζακ-Λωράν Μποστ. Χάρη στα χρήματα από το βραβείο, ο Μουλουτζί είχε κάνει γερές προμήθειες σε τρόφιμα και οινοπνευματώδη. Έγινε γλέντι τρικούβερτο. Όλη η οικογένεια Σαρτρ ήταν παρούσα, καθώς και οι Λερίς, Κενώ, Μερλώ-Ποντύ και ορισμένοι άλλοι. Χόρεψαν και τραγούδησαν κάτω από τον έναστρο ουρανό που τον όργωναν φωτεινές ρουκέτες —ήταν τα συμμαχικά αεροπλάνα που πήγαιναν να βομβαρδίσουν τη Γερμανία—, στον ρυθμό εντυπωσιακών ταμπούρλων —ήταν τα κανόνια της αεράμυνας που έψαχναν τα εχθρικά αεροπλάνα: ένα ονειρικό πειροτέχνυμα.
   Σε ένα απομακρυσμένο δωμάτιο, ο Μποστ πήδαγε μια νεαρή καλεσμένη, και το σκάνδαλο ξέσπασε, όταν η Όλγα Κοζακιεβίτς ανακάλυψε την απιστία του μνηστήρα της. Τα ουρλιαχτά θυμού μαζί και μέθης ξύπνησαν τη Σιμόν και τον Ζαν-Πωλ, που είχαν ξεθεωθεί με τόσα τανγκό και φοξ-τροτ. Το στόμα τους ήταν τσαρούχι και ποτό.
   Υπήρξε συνέχεια.
   Σιμόν ντε Μπωβουάρ: «Μου είχε συμβεί συχνά στη ζωή μου να διασκεδάσω πολύ: μόνον όμως εκείνες τις νύχτες γνώρισα το πραγματικό νόημα της λέξης γλέντι».
   Οι εύθυμοι γλεντοκόποι εγκαινίσαν τις «φιέστες». Οι συμμετέχοντες συνεισέφεραν όλοι μερικά δελτία τροφίμων, πράγμα που επέτρεπε, πέρα από τα προϊόντα της μαύρης αγοράς, να τρέφονται και με τρέχοντα είδη. Συναντιόντουσαν πότε στο σπίτι του ενός πότε στο σπίτι του άλλου, όπου γλεντοκοπούσαν μέχρι πρωίας. Ο Σαρτρ τραγουδούσε, ο Μποστ γαμούσε, ο Κενώ τσούγκριζε, ο Λερίς παραπατούσε, η Βαντά χόρευε, ο Ντυλλέν απήγγελλε, η Σιμόν Ζολιβέ σνιφάριζε. Αυτά γίνονταν καμιά φορά στο σπίτι του Ζορζ Μπατάιγ, που τα παράθυρά του έβλεπαν στην αυλή ντε Ροάν (όταν ο εβραίος μουσικός Ρενέ Λεμποβίτς κρυβόταν σε ένα από τα δωμάτια), στο σπίτι του Ντυλλέν, στην οδό ντε λα Τουρ ντ’ Ωβέρνι, στου Μισέλ Λερίς, στην αποβάθρα ντε Γκρανζ Ωγκυστέν, κάτω από έργα του Μιρό, του Γκρις, του Μασόν, στου Πικάσο, μετά από την παρουσίαση του θεατρικού έργου Le désir attrapé par la queue (Η επιθυμία αρπαγμένη από την ουρά).
   Το έργο το είχε γράψει μέσα σε τέσσερις μέρες, τον Ιανουάριο του 1941. Έξι πράξεις σουρεαλιστικής έμπνευσης, ριγμένες στο χαρτί σύμφωνα με μια μέθοδο που πλησίαζε την αυτόματη γραφή. Οι πρόβες έγιναν στο σπίτι του Μισέλ Λερίς. Εκεί έγινε και η πρεμιέρα, στις 19 Μαρτίοου 1944. Η διανομή περιλάμβανε πλήθος διασημότητες: στους βασικούς ρόλους, ο Μισέλ Λερίς (Γκρο Πιέ), ο Ραιμόν Κενώ (λ’ Ονιόν), η Σιμόν ντε Μπωβουάρ (λα Κουϊζίν), ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ (Μπου ρον), η Ντόρα Μάαρ (λ’ Ανγκουάς μαιγκρ), η Ζερμαίν Υνιέ (λ’ Ανγκουάς γκρας), ο Ζακ-Λωράν Μποστ (λε Ριντώ), η Λουίζ Λερίς (λε Ντε Τουτού)...
   Ανάμεσα στους θεατές οι οποίοι ήρθαν να παρακολουθήσουν το θέαμα, με τα σοβαρά προβλήματα του πολέμου που αντιμετώπιζε ο μικρός αυτός κύκλος ανθρώπων (πείνα και κρύο) να παρουσιάζονται ξεκάθαρα επί σκηνής, διέκρινε κανείς τον Ζακ Λακάν, τον Ζαν-Λουί Μπαρρώ και την κυρία του, τον Μπρασαί, τη Βαλαντίν Ουγκό, τον Μπρακ, τον Ζορζ Μπατάιγ... Όλοι είχαν το βλέμμα καρφωμένο στους ερασιτέχνες ηθοποιούς, οι οποίοι παρακολουθούσαν προσεκτικά τις κινήσεις ενός νεαρού άντρα, που υποδείκνυε την αλλαγή πράξης χτυπώντας το πάτωμα με ένα μπαστούνι. Ο νεαρός αυτός, που είχε αναγορευθεί σε σκηνοθέτη, περιέγραφε λεπτομερώς τα σκηνικά που έπρεπε να φανταστεί ο καθένας. Ονομαζόταν Αλμπέρ Καμύ.'

Νταν Φρανκ, Μεσάνυχτα, μτφρ. Αναστασία Καραστάθη & Φώτης Σιατίτσας, εκδ, Καπόν

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου