'Και ξαφνικά, ακαριαία, ήμαστε τρελά, ανενδοίαστα, εναγώνια ερωτευμένοι˙ και απελπισμένα, θα ήθελα να προσθέσω, καθόσον εκείνη η φρενίτιδα της αμοιβαίας κατάκτησης θα μπορούσε να κατευνασθεί μονάχα με την απορρόφηση και αφομοίωση κάθε μορίου της ψυχής και της σάρκας μας˙ αλλά να, ήμαστε εκεί, ανήμποροι ακόμα να σμίξουμε όπως έσμιγαν τόσο εύκολα και με κάθε ευκαιρία τα παιδιά στις φτωχογειτονιές. Ύστερα από μια άγρια, απονενοημένη, απόπειρα να συναντηθούμε μια νύχτα στον κήπο της, η μοναχική ιδιωτικότητα που απολαμβάναμε ήταν να βρισκόμαστε εκτός ακουστικού, αλλά όχι και οπτικού πεδίου, στο πλέον κατάμεστο μέρος της πλαζ. Εκεί, στην άπατη άμμο, λίγα μέτρα μακριά από τους μεγαλύτερούς μας ξαπλώναμε όλο το πρωί μέσα σ’ έναν απολιθωμένο παροξυσμό πόθου, εκμεταλλευόμενοι κάθε γύρισμα της τύχης στο χώρο και στο χρόνο ώστε ν’ αγγίξουμε ο ένας τον άλλο: το χέρι της, μισοκρυμμένο στην άμμο, σερνόταν λάθρα προς το μέρος μου, με τα λεπτά μελαψά της δάχτυλα να πλησιάζουν πιο κοντά κι ακόμη πιο κοντά υπνοβατώντας˙ μετά το ιριδίζον γόνατό της ν’ αρχίζει ένα μακρύ, προσεκτικό ταξίδι˙ κάποιες φορές ένας τυχαίος προμαχώνας που ύψωναν κάποια μικρότερα παιδιά μας πρόσφερε επαρκή κάλυψη ώστε να γευτούμε ο ένας τα σαρκώδη χείλη του άλλου˙ εκείνες οι ατελείς επαφές μας οδηγούσαν τα σφριγηλά και άπειρα κορμιά μας σε κατάσταση τέτοιας έξαψης, που ούτε καν το κρύο γαλάζιο νερό, κάτω από το οποίο εξακολουθούσαμε ν’ αγγιζόμαστε και να γαντζωνόμαστε, δεν μπορούσε ν’ ανακουφίσει.'

   'Σ’ ένα αλσύλλιο με νευρικές και λεπτόφυλλες μιμόζες, στο πίσω μέρος της βίλας τους, βρήκαμε ένα ασφαλές καταφύγιο στα ερείπια ενός χαμηλού πέτρινου τοίχου. Μέσα από το σκοτάδι και τα τρυφερά δέντρα διακρίναμε τα αραβουργήματα στα φωτισμένα παράθυρα που, τονισμένα πια από τα χρωματιστά μελάνια της ευαίσθητης μνήμης μου, φαίνονται τώρα σαν τραπουλόχαρτα— ίσως επειδή μια παρτίδα μπριτζ κρατούσε απασχολημένο τον εχθρό. Εκείνη τρεμούλιασε και σπαρτάρησε σαν φίλησα τη γωνία των ανοιχτών χειλιών της και τον καυτό λοβό του αυτιού της. Από πάνω μας έφεγγε χλωμά μια συστάδα άστρων, ανάμεσα από τις σιλουέτες των μακριών λεπτών φύλλων˙ εκείνος ο παλλόμενος ουρανός έμοιαζε τόσο γυμνός όσο γυμνή ήταν και η ίδια κάτω από το ανάλαφρο φουστάνι της. Είδα το πρόσωπό της στον ουρανό, αλλόκοτα ευκρινές, θαρρείς και ανάδινε μια αμυδρή ακτινοβολία εντελώς δική του. Τα πόδια της, τα πανέμορφα ζωντανά της πόδια, δεν ήταν πολύ κλειστά, κι όταν το χέρι μου εντόπισε αυτό που αναζητούσε, μια ονειρική και απόκοσμη έκφραση, μισή οδύνη και μισή ηδονή, αναφάνηκε σ’ εκείνα τα παιδικά χαρακτηριστικά. Καθόταν λίγο πιο ψηλά από μένα και κάθε φορά που η μοναχική της έκσταση την ωθούσε να με φιλήσει έγερνε μπροστά με μια νυσταγμένη, απαλή, άτονη κίνηση που ήταν σχεδόν θλιβερή, και τα γυμνά της γόνατα έπιαναν κι έσφιγγαν τον καρπό μου και μετά χαλάρωναν ξανά˙ και το τρεμάμενο στομάχι της, παραμορφωμένο απ’ τη δριμύτητα κάποιου μυστηριώδους ποτού, με μια συριστική εισπνοή ζύγωνε το πρόσωπό μου. Πάσχιζε να ανακουφιστεί από τον πόνο του έρωτα, στην αρχή τρίβοντας τα στεγνά της χείλη πάνω στα δικά μου˙ μετά η αγαπημένη μου αποτραβήχτηκε μ’ ένα νευρικό τίναγμα των μαλλιών, κι ύστερα ήρθε και πάλι σκοτεινά κοντά μου και μ’ άφησε, να τροφοδοτήσω το ανοιχτό της στόμα, ενώ εγώ, με μια γενναιοδωρία που ήταν έτοιμη να της προσφέρει τα πάντα, την καρδιά μου, το λαρύγγι μου, τα σωθικά μου, της έδωσα να κρατήσει στην αδέξια παλάμη της το σκήπτρο του πάθους μου.'


Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, Λολίτα: Η Σχολιασμένη Έκδοση, μτφρ. Γιώργος – Ίκαρος Μπαμπασάκης, εκδ. Πατάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου