'Και το κόλπο είναι να παραμείνεις όρθιος για 50 ή 60 ή 70 ή 80 ή 90 χρόνια με τα μάτια ανοιχτά ενώ οι μύγες κολλούν στη μυγοπαγίδα και σπουδαίοι πίνακες κλέβονται από τα μουσεία και οι πιστές γυναίκες το σκάνε με άπιστους συζύγους, όλοι μας για να πεθάνουμε ένα πρωί, δίχως μια αγκαλιά και παγωμένοι κι αφίλητοι.'
  'Μεθυσμένος για μια ακόμη φορά μέσα σ’ ένα τιποτένιο δωμάτιο, ονειρεύομαι το Σέλεϋ και τα νιάτα, έχω αφήσει γένια, εγώ ένας άνεργος μαλάκας μ’ ένα πορτοφόλι γεμάτο ιπποδρομικά κουπόνια που δεν τα έχω εξαργυρώσει ακόμα λες και είναι τα λείψανα του Σαίξπηρ. Όλοι απεχθανόμαστε τα ποιήματα της λύπησης ή των κραυγών των φτωχών που το έχουν ρίξει στο θρήνο - ένας σωστός άνθρωπος μπορεί να καταφέρει τα πάντα και να πετύχει την ευημερία (αυτό μας λένε) αλλά πόσους σωστούς ανθρώπους μπορείς να συμπιέσεις μέσα σε μια αεροστεγή κονσέρβα; Και πόσους καλούς ποιητές μπορείς να βρεις να κοπιάζουν πάνω στη γραφομηχανή ή να ροχαλίζουν κάτω από τα σεντόνια μιας φτηνής πουτάνας; Περισσότεροι σωστοί άντρες έχουν πεθάνει για την ποίηση, απ’ όσοι άξιζαν όλα σας τα διεστραμμένα πεδία των μαχών. Έτσι λοιπόν άμα πέσω ξερός από το ποτό μέσα σε κάποιο φτηνό δωμάτιο: η ιστορία σας πάει στράφι - αφήστε με να τεμπελιάζω μέσα στη δική μου.'
   Αργά προσπέρασαν, όλα τα πρόσωπα ίδια με τα πρόσωπα των ψαράδων που περνούν από μπροστά σου με μια βάρκα, μαζί και οι γυναίκες των ψαράδων με τα αγκίστρια και τα δολώματά τους και τα χρυσά τους δίχτυα, με τις βρυσιές τις φωνές και τις κατάρες τους. Ναι, όπως ακριβώς κρέμονται τα ψάρια από τις πετονιές, τα ορθάνοιχτά τους μάτια αστράφτουν αμυδρά κάτω από την αμείλικτη επίστρωση του φόβου.'

  'Κάποτε στο Παρίσι γνώρισα μια καριόλα τρομερή σαν και τις δικές σας τις γριές μανάδες και τη λυπήθηκε η ψυχή μου και της πρόσφερα ένα τσιγάρο κι ένα άνθος κατακόκκινο, και καθίσαμε ανάμεσα στους νέους και τους καρπερούς κι εκείνη ήξερε πως ήμουν λίγο παράφρων, και της είπα γριά μου σ’ αγαπάω, αγαπώ τα νιάτα που είχες κάποτε, μπορώ και τα διακρίνω ακόμα, ο θάνατος δεν θα μας τα κλέψει γιατί  βλέπω την αλήθεια όπως έχει. Και ήπιαμε τα ποτά μας κι εκείνη, η ανόητη με πίστεψε, πράγμα που ήταν απολύτως αναγκαίο και με πήγε στο τόσο δα το δωμάτιό της και παρ’ όλη τη σιχασιά των γερατειών της έκανα έναν έρωτα που σκότωσε την ελάχιστη δόση αγάπης που είχε μέσα μου απομείνει, και όταν η Μπάρμπαρα μου έγραψε από τη Νέα Υόρκη διάβασα το γράμμα και έσκισα κομμάτια των λέξεων τον πόθο και γύρισα πίσω στην καριόλα και της είπα, ένα παιδί, ένα παιδί είσαι μονάχα.
   Μακάρι μονάχα να μπορούσα το νόημα σαν πληγή να γιατρέψω, και μακάρι εκείνο το ζώο της σοφίας μέσα μου να κατασπάραζε την τρυφερή μου διάνοια και ύστερα  να την ξερνούσε.'


Τσαρλς Μπουκόβσκι, Ένα Τετράδιο με Λεκέδες από Κρασί, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Ηριδανός

A wildly strange girl wrote to me that
She keeps seeing crocodiles
Each with a brick sideways in its mouth.
She wrote: Outsidem on the holy field
That is as high as heaven,
There are shadows of trees
And shadows of people.
Not without reason a raven crowed.
The earth produces corpces
And they lie there without fevers.
She sits ruminating by the window,
And thinks, she knows this land.

* * *

Through rain-wet bushes
Rains the rain, the face of the mountain
Rains in need.

In the mist the men climb the mountain
And yell loudly to each other.
Cold smoke blows around the houses.
The apples on the tree have frozen.

When the night sinks,
The face dies.
Rain never falls upward.



Werner Herzog, from Werner Herzog - A Guide for the Perplexued: Conversations with Paul Cronin, poems translated by Presley Parks, publisher: Faber & Faber

  'Ἡ Ἑλλάδα, σάν καταγωγή ἤ φωνή ἤ άναλφάβητη σωματικότητα, πού ἡ Ἑλληνικότητα νομίζει ὅτι ἐπαναλαμβάνει ὥς τό «ἴδιον», ἀναπαριστάνοντάς την, εἶναι πάντοτε μετά ἀπό τήν ἐλληνικότητα. Εἶναι «ὁλότητα» (totalité) πού δέν ἔχει τό ἀντίθετό της. Δέν ἔχει δηλαδή «κέντρο» καί «περιφέρεια», δέν περιορίζεται σέ ζεύγματα ἀντιθετικῶν ὅρων (ἑλληνικό-ἀνθελληνικό, ντόπιο-ξενόφερτο, παραδοσιακό-σύγχρονο) καί συνεπῶς δέν προσεγγίζεται μέ μιά γνωσιολογία θεμελιωμένη σέ ἀποκλεισμούς καί κεντρώσεις.
   Ἡ Ἑλλάδα, τό ξαναλέω, εἶναι πάντοτε μετά τήν ἑλληνικότητα, ὅπως τό βίωμα εἶναι, κατά ἕνα πρωθύστερο σχῆμα, πάντοτε μετά τήν ἀναμνηστική του ἐπίκληση, ὄντας συγχρόνως καί  πρίν ἀπ’ αὐτήν.
   Ἡ σημειωτική τῆς ἑλληνικότητας ἀσκεῖται ὡς «ἀνάγνωση» μιᾶς ἀναπαράστασης ἤ, μαρξιστικά, μιᾶς ἰδεολογικῆς παραγωγῆς, πού ὑποβάλλει τούς ὅρους μιᾶς εἰδικῆς μορφῆς «ἔγκλησης» τοῦ ἀτόμου ὡς ὑποκειμένου μέ δικαιώματα καί κυρίως μέ ὑποχρεώσεις.
   Ἡ σημειωτική σκοπεύει, ἀκόμη περισσότερο, στή διακρίβωση τῆς δομικῆς σχέσης, ἤ ὀρθότερα τῆς διαφορᾶς, μέσα στό ἴδιο τό σημεῖο: τῆς διαφορᾶς ἀνάμεσα στό ἐπιφανειακό-ἐπιδερμικό σημαῖνον καί σ’ ἕνα ἐννοιολογικό-συνειρμικό καί χθόνιο σάν τή Θηβαϊκή Σφιγγα, σημαινόμενο. Ἕνα σημαινόμενο αἰνιγματικό, πού λέγεται «πολλαχῶς» ὅπως καί τό παρμενίδειο «εἶναι» καί πού ὁδηγεῖ στό «ταὐτόν», στό «ὅμοιό» του: στό «νοεῖν», ἀποκλείοντας ἔτσι τό «φαίνεσθαι». Ἕνα σημαινόμενο ὑπερβατικό, πού διόλου δέν σηναινεῖ νά γίνει ἁπλός ὅρος τῆς ἐμφάνισης (τοῦ σημαίνοντος) ἀλλά πού γίνεται ψευδο-ἐμφάνιση τό ἴδιο, θεμελιωμένη μέσα σε ἔννοιες, ἀξιολογήσεις καί ἱεραρχίες, σέ συνειρμούς ἤ ἀντιθετικά ζεύγματα καί ὄχι στό πολύ ἁπλό γεγονός ὅτι ἐμφανίζεται αὐτό καθαυτό, ὑλικά ὡς ἔχει.'

Γιώργος Βέλτσος, 'Η Σημειωτική της Ελληνικότητας', Ελληνισμός - Ελληνικότητα: Ιδεολογικοί και Βιωματικοί Άξονες της Νεοελληνικής Κοινωνίας, επιμ. Δ. Γ. Τσαούσης, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας