'Ἁ γὰρ δὴ πολύπλαγκτος ἐλ-
πὶς πολλοῖς μὲν ὄνασις ἀνδρῶν,
πολλοῖς δ’ ἀπαντα κουφονόων έρώτων·
εἰδότι δ’ οὐδὲν ἕρπει,
πρὶν πυρὶ θερμῷ πόδα τις προσαύσῃ.
Σοφίᾳ γὰρ ἔκ του
κλεινὸν ἔπος πέφανται·
τὸ κακὸν δοκεῖν ποτ' ἐσθλὸν
τῷδ’ ἔμμεν, ὅτῳ φρένας
θεὸς ἄγει πρὸς ἄταν·
πράσσει δ’ ὀλίγιστον χρόνον ἐκτὸς ἄτας.'


'ἀλλ’ ὧδ’ ἔρημος πρὸς φίλων ἡ δύσμορος
ζῶσ’ εἰς θανόντων ἔρχομαι κατασκαφάς·
ποίαν παρεξελθοῦσα δαιμόνων δίκην;
Τί χρή με τὴν δύστηνον ἐς θεοὺς ἔτι
βλέπειν; τίν’ αὐδᾶν ξυμμάχων; ἐπεί γε δὴ
τὴν δυσσέβειαν εὐσεβοῦσ’ ἐκτησάμην.
Ἀλλ’ εἰ μὲν οὖν τάδ’ ἐστὶν ἐν θεοῖς καλά,
παθόντες ἂν ξυγγνοῖμεν ἡμαρτηκότες·
εἰ δ’ οἵδ’ ἁμαρτάνουσι, μὴ πλείω κακὰ
πάθοιεν ἢ καὶ δρῶσιν ἐκδίκως ἐμέ.

ΧΟ. Ἔτι τῶν αὐτῶν ἀνέμων αὐταὶ
ψυχῆς ῥιπαὶ τήνδε γ’ ἔχουσιν.
ΚΡ. Τοιγὰρ τούτων τοῖσιν ἄγουσιν
κλαύμαθ’ ὑπάρξει βραδυτῆτος ὕπερ.
ΑΝ. Οἴμοι, θανάτου τοῦτ’ ἐγγυτάτω
τοὔπος ἀφῖκται.
ΚΡ. Θαρσεῖν οὐδὲν παραμυθοῦμαι
μὴ οὐ τάδε ταύτῃ κατακυροῦσθαι.
'

*

'Οι πλάνες ελπίδες που σ’ άλλους βγαίνουν σε καλό,
σ’ άλλους απάτη γίνονται κούφιας λαχτάρας·
φωλιάζει στον ανίδεο,
ώσπου να γλείψει της φωτιάς η φλόγα το ποδάρι του·
κάποιος φανέρωσε λόγο βαρύ, γι’ αυτό σοφό:
το κακό φαντάζει καλό
στο νου εκείνου
που θεός στη συμφορά τον πάει·
κι έξω από συμφορές για λίγο χρόνο χαίρεται.'


'Οι φίλοι με παράτησαν, την άμοιρη,
και ζωντανή στων πεθαμένων κατεβαίνω το πηγάδι·
ποιο νόμο των θεών έχω πατήσει;
Γιατί στον ουρανό τα μάτια να σηκώνω,
η δύστυχη; σε ποιον να φωνάξω βοήθεια;
Εγώ τιμούσα, και μ’ ατίμασαν φριχτά.
Αν οι θεοί τα κρίνουν τούτα δίκια,
να πάθω και να μολογήσω πως αμάρτησα.
Αν αμαρτήσαν άλλοι, να μην πάθουν χειρότερα
απ’ όσα έτσι άδικα μου κάνουν.

ΧΟ. Ανέμων ριπές πάλι και πάλι
στην ψυχή της φυσούν και ριγεί.
ΚΡ. Αργούν, και θα κλάψουν
αυτοί που την πάνε.
ΑΝ. Αλιά μου, αυτός ο λόγος
πέρασε κοντά κοντά στο θάνατο.
ΚΡ. Απελπίσου πια·
ο θάνατος σε σφράγισε.'



Σοφοκλής, Αντιγόνη, μτφρ. Κ. Γεωργουσόπουλος (Κ. Χ. Μύρης), εκδ. Κάκτος
Frame grabs from Agustí Villaronga’s El rey de La Habana (2015)

Το ξίγκι της μύγας


Οι τροχοί στο σύμπαν
γυρίζουν λαδωμένοι
με το ξίγκι μιας μύγας.

*

Minuit


  Ενάμιση x ενάμισι
με το πνεύμα να οργιάζει.
Η πρώτη υδρόγειος του Νέου Κόσμου
ήταν χαραγμένη σε αυγό στρουθοκάμηλου.
Το μηδέν είναι ό,τι περισσότερο μπορεί
να υπάρξει μέσα σε κάποιου το κεφάλι.
Σχάση.
Ο μονόλογος κάποιας περαστικής σκιάς απέναντι
στο δυσανάλογο τετράγωνο του Saint-Médard.
Η πνευματική δυνατότητα με αναγκάζει
να θαυμάζω τον σωματικό πόνο.
Την αθλιότητα.
Πως είμαστε ανακατεμένοι
σε κάποιας απροσδιοριστίας την τράπουλα.



Γιάννης Λειβαδάς, Το Ξίγκι της Μύγας, εκδ. Κέδρος

  'Yes, I like this disorder. I work from this incoherence that I then subject to a line, to my own sign-posts. I’m someone fragmented, I’ve always worked on the fragment. It may look like a maze, completely anarhic, but it has internal coherence. I think I’m subject to no aesthetic, no law, no exterior constraints. Nothing paradoxical in my position: classical music gave me an immense amount of structures, of coherence. I play who I am, I’ve always been like that. All those musics, those practices... that knowledge has made me who I am. Sure, I had to unlearn for twenty years, I had to be in this form of chaos to manage to hear a sound, to reach this spontaneous gesture I believe in. This journey, this way, I have trodden with patience and passion. Paradoxical how passion creates impatience. It’s a long process, the Buddhists speak of the way. It’s about the nature of being, being in vibration and continuing to look ahead. Yes, the process is long, political and poetical, two powerful words I try to integrate, to live every day. It’s thanks to these experiences that you construct yourself with fragility and occasional arrogance, and that your identity and your personality are liberated.'

Joëlle Léandre, Solo: Conversations With Franck Medioni, translated by Jeffrey Grice, publisher: Kadima Collective