'ἔμπρησεν δ’ ἄνεμος μέσον ἱστίον, ἀμφὶ δὲ κῦμα
στείρῃ πορφύρεον μεγάλ’ ἴαχε νηὸς ἰούσης·
ἡ δ’ ἔθεεν κατὰ κῦμα διαπρήσσουσα κέλευθον.
δησάμενοι δ’ ἄρα ὅπλα θοὴν ἀνὰ νῆα μέλαιναν
στήσαντο κρητῆρας ἐπιστεφέας οἴνοιο,
λεῖβον δ’ ἀθανάτοισι θεοῖσ’ αἰειγενέτῃσιν,
ἐκ πάντων δὲ μάλιστα Διὸς γλαυκώπιδι κούρῃ.
παννυχίη μέν ῥ’ ἥ γε καὶ ἠῶ πεῖρε κέλευθον.
'

  'Ἦμος δ ἠριγένεια φάνη ῥοδοδάκτυλος Ἠώς,
ἵππους τε ζεύγνυντ᾽ ἀνά θ᾽ ἅρματα ποικίλ᾽ ἔβαινον·
ἐκ δ᾽ ἔλασαν προθύροιο καὶ αἰθούσης ἐριδούπου·
μάστιξεν δ᾽ ἐλάαν, τὼ δ᾽ οὐκ ἀέκοντε πετέσθην.
ἷξον δ᾽ ἐς πεδίον πυρηφόρον, ἔνθα δ᾽ ἔπειτα
ἦνον ὁδόν· τοῖον γὰρ ὑπέκφερον ὠκέες ἵπποι.
δύσετό τ᾽ ἠέλιος σκιόωντό τε πᾶσαι ἀγυιαί.
'

* * *

  'Κι ο άνεμος φούσκωσε το πανί στη μέση και σκοτεινό κύμα έσκαγε με δυνατό κρότο στο σκαρί του πλοίου, που αρμένιζε. Και το καράβι έτρεχε σχίζοντας τα κύματα στο δρόμο του. Αφού έδεσαν τα άρμενα του ευκίνητου πλοίου, έστησαν κροντήρια γεμάτα κρασί και έκαναν σπονδές στους παντοντινούς και αθάνατους θεούς, πολύ περισσότερο μάλιστα στη γαλανομάτα κόρη του Δία. Και όλη εκείνη τη νύχτα και την αυγή το πλοίο αρμένιζε.'

  'Όταν ανέτειλε η κόρη της αυγής, η ροδοδάχτυλη Ηώς, έζεψαν τα άλογα και ανέβηκαν στα τορνευτά αμάξια και βγήκαν από την αυλόπορτα και την πολυθόρυβη στοά. Ο Πεισίστρατος χτυπούσε τα άλογα για να τρέξουν και αυτά πετούσαν πρόθυμα. Και έφθασαν σε σιτοφόρα πεδιάδα και η οδοιπορία τους τελείωσε, γιατί τόσο γρήγορα τους έφεραν τα φτεροπόδαρα άλογα. Και τότε βασίλεψε ο ήλιος και όλοι οι δρόμοι ίσκιωσαν.'


Ομηρός, Οδυσσεία: Τόμος 1: Ραψωδίες α, β, γ, δ , μτφρ. Παναγιώτης Γιαννακόπουλος, εκδ. Κάκτος
Frame grabs from Jess Franco’s Gritos en la noche (1958)

  'Franco was intuitive, by will and by nature. Yet, to describe him as such is not to imply that he was merely groping in the dark. Intuition is the mind racing ahead, faster than words of theory, and if Franco committed technical ‘crimes’ in his haste he did so willfully, daringly, wickedly, in full awareness of his transgression. Even as the films grew more and more delirious, he knew what he was doing; he allowed that delirium to occur. Thus, these wild and ramshackle films expand the range of cinema. A voracious cinéaste, an aesthete, a passionate lover of the arts, Jess Franco knew and understood more about how cinema works than 99% of his critics. With little or no money he pursued a boundless love of the medium, on his own recalcitrant terms, to the very end. Franco lived his life as much as humanly possible through the lens, enmeshed in his own fantastical creations, a world of fear and desire. Making movies was all that mattered - with the exception of his beloved Lina Romay and a handful of his close friends, I doubt that he really gave a flying fuck about anything else. The Goya Award in 2009 was a well-intentioned gesture on the part of the selection committee, but Franco had already awarded himself the sweetest possible prize - a wild ride on the helter-skelter of his sixty year career. His lifetime award? To film until he dropped.'

Stephen Thrower, Murderous Passions: The Delirious Cinema of Jesús Franco, Volume I: 1959-1974, publisher: Strange Attractor
Frame grabs from Agnès Varda’s L'opéra-mouffe (1958)


  '«Κρίμα ποὺ δὲν μπορῶ νὰ μὲ φιλήσω, ἐμένα τὸν ἴδιο», φανταζόταν ὁ Φρόυντ ὅτι θὰ μποροῦσε νὰ λέει τὸ παιδί. Ἔτσι, κάθε νοσταλγία σεξουαλικῆς πλήρωσης ἀφήνει τὸ στόμα ἀνοιχτὸ σὲ μιὰ λέξη ποὺ δὲν λέει νὰ τελειώσει, ἀλλὰ πού, πάνω ἀπὸ ὅλα, δὲν προέρχεται ἀπὸ καμία ἀρχὴ τοῦ σώματος. Τὸ στόμα θὰ ἦταν ἔτσι ὁ πραγματικός χῶρος τοῦ πουθενὰ τοῦ ὀνείρου καὶ τὸ τόσο ἀτελὲς ἀκριβῶς ὄργανο τῆς θέασης τοῦ σεξουαλικοῦ. Οἱ ἐμβρυολόγοι γενετιστὲς γνωρίζουν σήμερα ὅτι τὰ διαφορετικὰ ὄργανα τοῦ σώματος, ποὺ ἀναπαριστῶνται στὸ γονιδίωμα, συνυπάρχουν ἐν δυνάμει καὶ ὅτι ὁ προσδιορισμός τους –ἡ μορφή τους καὶ ἡ τοποθέτησή τους-προκύπτει ἀπὸ περιόδους γενετικῆς ἔκφρασης. Ἔνα ὄργανο θὰ ἦταν λοιπὸν ἡ ὑλικὴ πραγμάτωση μιᾶς χρονικῆς περιόδου; Καί, ἄν τὰ ἴδια γονίδια ἀνάπτυξης ἐκφράζονται τόσο στὴ μορφὴ τοῦ πέους ὅσο καὶ σὲ ἐκείνη τῶν δαχτύλων τοῦ χεριοῦ, πρέπει νὰ εἶναι ἀναμενόμενο τὸ στόμα, ἡ γλώσσα του καὶ τὰ χείλη νὰ ἀνταποκρίνονται σὲ μιὰ χρονικότητα, ἡ ὁποία δὲν προσδίδει καθόλου στὴ θέση τους στὸ κεφάλι ἕνα προτερόχρονο ἀρχῆς τοῦ ἀνθρώπινου σώματος.'

Πιερ Φεντιντά, Από που Αρχίζει το Ανθρώπινο Σώμα;, μτφρ. Γιώργος Σταθόπουλος & Πάνος Αλούπης, εκδ. Άγρα