'Ο Φρανκ Σνεπ (Frank Snepp) ήταν αναλυτής της CIA και ανακριτής στη Σαιγκόν. Το 1973 τα τελευταία αμερικανικά στρατεύματα είχαν φύγει αλλά η κυβέρνηση του Νότιου Βιετνάμ κρατούσε ακόμη την εξουσία στις πόλεις. Ο Σνεπ πήγε στο μπαρ Mimi’s Flamboyant για μια μπύρα:
Άκουσα για πολλοστή φορά ένα κορίτσι που δούλευε στο μπαρ να μιλάει μονότονα για τον δικό της Αμερικανό φαντάρο που είχε χαθεί από καιρό. Αυτός είχε φύγει. Αυτή είναι μητέρα. Αλλά τώρα σε αντίθεση με το 1969 ή το ’70, αυτή που διηγείται την ιστορία δεν είναι πάνω από δεκατριών-δεκατεσσάρων, και μόλις έχει αρχίσει να ανακαλύπτει αυτό που τόσες άλλες πριν από αυτήν προσπαθούν να ξεχάσουν. «Δεν είμαι ζώο», λέει, «αλλά οι Αμερικανοί μου κάνουν έρωτα σαν να ήμουν». Και χτυπά τη γροθιά της για να διαμαρτυρηθεί. Κατόπιν όμως μπαίνει μέσα ένας από τους αγαπημένους της πελάτες και είναι όλο χαμόγελο και γλύκα. Και φεύγει αμέσως για το μεροκάματο.'

  'Ο πατέρας του Ρον Κόβιτς ήταν ταμίας σε ένα σούπερμάρκετ της αλυσίδας A&P στο Λογκ Άιλαντ στην πολιτεία της Νέας Υόρκης. Δούλευε σκληρά και πολλές ώρες για να φροντίσει την οικογένειά του. Την άνοιξη, προτού ο Κόβιτς αποφοιτήσει από το Λύκειο, ο πατέρας του τον πίεσε να πάρει την πρώτη του δουλειά που ήταν να τακτοποιεί τα ράφια σε ένα σούπερμάρκετ. Αλλά όμως
Δεν ήθελα να γίνω σαν τον πατέρα μου, να γυρνάω σπίτι κάθε βράδυ από το σούπερμαρκετ A&P. Ήταν ένας δυνατός και καλός άνθρωπος, όμως κουραζόταν τόσο πολύ, του ρουφούσε όλη την ενεργητικότητα. Δεν ήθελα να γίνω έτσι. Να δουλεύω στο βρώμικο A&P, έξι μέρες τη βδομάδα, δώδεκα ώρες τη μέρα. Ήθελα να γίνω κάποιος.
   Μόλις αποφοίτησε από το Λύκειο, ο Ρον Κόβιτς, κατατάχτηκε στους Πεζοναύτες και πήγε στο Βιετνάμ. Έγινε λοχίας. Οι Αμερικανοί στρατιώτες υπηρετούσαν ένα χρόνο στο Βιετνάμ, μετρώντας τις μέρες για να απολυθούν, και πολύ λίγοι συνέχιζαν εθελοντικά και δεύτερη χρονιά. Ο Κόβιτς ήταν ένας από αυτούς τους λίγους. Τη δεύτερη φορά τραυματίστηκε και έμεινε παράλυτος από τη μέση και κάτω. Όταν επέστρεψε στην Αμερική έκανε φυσιοθεραπείες και με μεγάλη προσπάθεια έμαθε να ζει πάνω στην αναπηρική καρέκλα. Αργότερα έγραψε ένα βιβλίο για την εμπειρία του αυτή με τίτλο Γεννημένος την 4η Ιουλίου.
   Στο βιβλίο του αφηγείται πώς έμαθε για ένα μέρος για παράλυτους Αμερικανούς βετεράνους του πολέμου στη Γκουανταλαχάρα, στο Μεξικό που λεγόταν το Χωριό του Ήλιου. Πήγε λοιπόν σ’ αυτό το μέρος και ήταν υπέροχα. Όλοι όσοι βρίσκονταν εκεί ήταν επίσης σε αναπηρική καρέκλα. Εκεί δεν χρειαζόταν να απολογηθεί για το ότι έφερνε κάποιους σε δύσκολη θέση. Μπορούσε να πηγαίνει στις πόρνες που ήταν πολύ ευγενικές μαζί του και δεν έδειχναν να τον λυπούνται. Αισθάνθηκε μεγάλη μοναξιά όταν μια γυναίκα του είπε ότι είχε ένα παιδί και έκανε αυτή τη δουλειά μόνο για τα λεφτά. Αισθανόταν όμως όμορφα να παίζει με το σώμα ενός άλλους ανθρώπου και να έχει μια γυναίκα να τον κρατάει αγκαλιά.'


Τζόναθαν Νιλ [Jonathan Neal], Βιετνάμ: Ο Αμερικανικός Πόλεμος, 1960-1975, μτφρ. Μαριάνθη Γκαβαϊσέ, Νίκος Λούντος, Χαρίτα Μήνη & Μαριάνθη Μυστακίδου, εκδ. Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο

  'Παρακολουθήστε πώς εξελίσσεται προοδευτικά μέσα στους αιώνες η ιδέα ενός Θεού, που δεν είναι εκείνος της χριστιανικής πίστης, αλλά ο Θεός του Αριστοτέλη, το ακίνητον κινούν, η ανώτατη σφαίρα. Το ότι υπάρχει ένα ον τέτοιο ώστε όλα τα άλλα όντα, τα λιγότερο όντα από αυτό, να προσβλέπουν μονάχα στο να είναι όσο πιο πολύ όντα μπορούν να είναι, να ποια είναι όλη η βάση της ιδέας του Αγαθού σ’ εκείνη την ηθική του Αριστοτέλη, στην οποία σας παρότρυνα να ανατρέξετε για να συλλάβετε τα αδιέξοδά της. [...] ακριβώς στην αδιαφανή θέση της απόλαυσης του Άλλου, εκείνου του Άλλου, εκείνου του Αλλου που θα μπορούσε να είναι, εάν υπήρχε, η γυναίκα, στη θέση αυτή τοποθετείται το υπέρτατο Ον, το μυθικό προφανώς στον Αριστοτέλη, εκείνη η ακίνητη σφαίρα από την οποία εκπορεύονται όλες οι κινήσεις, όποιες κι αν είναι, αλλαγές, γενέσεις, κινήσεις, περιστροφές, αυξήσεις κτλ.
   Επειδή ακριβώς η απόλαυσή της είναι ριζικά Άλλη, η γυναίκα σχετίζεται με τον Θεό περισσότερο από όλα όσα συνέβη να ειπωθούν στον αρχαίο στοχασμό ακολουθώντας την πορεία αυτού που αρθρώνεται προφανώς ως το αγαθό του ανθρώπου.'

  'Το χαρακτηριστικό της μαθηματικής γλώσσας, άπαξ και προσδιοριστούν επαρκώς οι καθαρά αποδεικτικές απαιτήσεις της, έγκειται στο ότι όλες οι διατυπώσεις της, όχι τόσο το λεκτικό σχόλιο όσο ο καθαυτό χειρισμός των γραμμάτων, προϋποθέτουν πως αρκεί ένα γράμμα να μη στέκει, ώστε όχι απλώς να μην αξίζει τίποτε η συστοιχία όλων των άλλων γραμμάτων, αλλά και να διασκορπίζονται. Ως προς αυτό ο βορρόμειος κόμβος είναι η καλύτερη μεταφορική έκφραση του εξής, ότι πορευόμαστε μονάχα με το Ένα.
   Το Ένα γεννά την επιστήμη. Όχι με την έννοια του ενός της μονάδας μέτρησης. Αντίθετα απ’ ό,τι πιστεύεται, το σημαντικό στην επιστήμη δεν είναι ό,τι μετριέται. Αυτό που διαχωρίζει τη νεώτερη επιστήμη από την αρχαία επιστήμη, η οποία βασίζεται στην αμοιβαιότητα του νοός και του κόσμου, του φορέα της σκέψης και του αντικειμένου της σκέψης, είναι ακριβώς η λειτουργία του Ενός. Του Ενός, στον βαθμό που η παρουσία του, μπορούμε να υποθέσουμε, αντιπροσωπεύει τη μοναξιά - το γεγονός ότι το Ένα δεν δένεται αυθεντικά με τίποτε που να μοιάζει με τον έμφυλλο Άλλο. Εντελώς αντίθετα απ’ ό,τι στην αλυσίδα, της οποίας το Ένα είναι όλα φτιαγμένα κατά τον ίδιο τρόπο, καθώς δεν είναι τίποτε άλλο από [πολλά επιμέρους] Ένα.
   [...]
   Οπότε, πώς να θέσουμε πλέον τη λειτουργία του Άλλου; Πώς να θέσουμε μια διαφορά, αφού, μέχρις ενός σημείου, ό,τι απομένει από οποιαδήποτε γλώσσα όταν γράφεται στηρίζεται απλώς σε κόμβους του Ενός; Διότι είναι σαφές ότι ο Άλλος δεν προστίθεται στο Ένα. Ο Άλλος απλώς διαφοροποιείται. Αν υπάρχει κάτι μέσω του οποίου ο Άλλος μετέχει στο Ένα, αυτό δεν συνίσταται στην πρόσθεσή του. Διότι ο Άλλος [...] είναι το «Ένα λιγότερο».
   Και γι’ αυτό είναι που, σε κάθε σχέση του άνδρα με μια γυναίκα -την περί ης ο λόγος-, η γυναίκα πρέπει να εκλαμβάνεται από την οπτική γωνία της «Μίας λιγότερης».'

 
Ζακ Λακάν, Encore / Ακόμη, μτφρ. Βλάσης Σκολίδης, εκδ. Ψυχογιός

'ΧΡΕΜΥΛΟΣ: Καὶ τάς γ’ ἑταίρας φασι τὰς Κορινθίας,
ὅταν μὲν αὐτάς τις πένης πειρῶν τύχῃ,
οὐδὲ προσέχειν τὸν νοῦν, ἐὰν δὲ πλούσιος,
τὸν πρωκτὸν αὺτὰς εὐθὺς ὡς τοῦτον τρέπειν.

ΚΑΡΙΩΝ: Καὶ τούς γὲ παῖδάς φασι ταὐτὸ τοῦτο δρᾶν
οὐ τῶν ἐραστῶν ἀλλὰ τἀργυρίου χάριν.
ΧΡ: Οὐ τοὺς γε χρηστούς, ἀλλὰ τοὺς πόρνους· ἐπεὶ

αἰτοῦσιν οὐκ ἀργύριον οἱ χρηστοί.
ΚΑ: Τί δαί;
ΧΡ: Ὁ μὲν ἵππον ἀγαθόν, ὁ δὲ κύνας θηρευτικάς.

ΚΑ: Αἰσχυνόμενοι γὰρ ἀργύριον αἰτεῖν ἴσως
ὀνόματι περιπέττουσι τὴν μοχθηρίαν.'

*

'ΧΡΕΜΥΛΟΣ: Κι οι εταίρες οι Κορίνθιες, όπως λένε,
αν κάποιο φτωχαδάκι τους την πέσει,
μήτε που δίνουν σημασία, στον πλούσιο όμως
αμέσως τουρλώνουν τον κώλο τους.
ΚΑΡΙΩΝΑΣ: Και τ’ αγόρια, λένε, το ίδιο κάνουν,
όχι για κείνους που αγαπούνε,
μα για τα λεφτά.
ΧΡ: Τ’ αγόρια τα ξετσίπωτα, όχι τα καλά·
αυτά δε γυρεύουν χρήμα.
ΚΑ: Και τι γυρεύουν;
ΧΡ: Ένα καλό άλογο, λαγωνικά.
ΚΑ: Ίσως επειδή ντρέπονται να ζητήσουν λεφτά,
σκεπάζουν με άλλο όνομα την ανωμαλία τους.'


Αριστοφάνης, Πλούτος, μτφρ. Τάσος Ρούσσος, εκδ. Κάκτος