Η ΣΥΝΘΛΙΨΗ ΤΩΝ ΣΤΑΓΟΝΩΝ


Εγώ δεν ξέρω, κοίτα, είναι τρομερό το πως βρέχει.
Βρέχει όλη την ώρα, έξω πυκνά και γκρίζα,
εδώ κόντρα στο μπαλκόνι με σταλαγματιές πηχτές και σκληρές,
που κάνουν πλαφ και συνθλίβονται σαν γροθιές
μια μετά την άλλη, τί αηδία.
Τώρα εμφανίζεται μια σταγονίτσα στο πάνω μέρος
στο περβάζι του παραθύρου,
μένει τρεμάμενη απέναντι στον ουρανό
που την κομματιάζει σε χίλιες σβησμένες λάμψεις,
μεγαλώνει και ταλαντεύεται, τώρα θα πέσει και δεν πέφτει,
ακόμα δεν πέφτει. Είναι κολλημένη με όλα της τα νύχια,
δεν θέλει να πέσει και φαίνεται πως γαντζώνεται με τα δόντια,
ενώ της μεγαλώνει η κοιλιά,
πια είναι μια σταγονάρα που κρέμεται μεγαλοπρεπής,
και ξαφνικά, ωπ, να την, πλαφ, διαλύεται,
τίποτα, ένας λεκές στο μάρμαρο.

Μα υπάρχουν κι αυτές που αυτοκτονούν
που παραδίνονται αμέσως, εμφανίζονται στο περβάζι
και την ίδια στιγμή πέφτουν,
μου φαίνεται ότι βλέπω το τρέμισμα του άλματος,
τα ποδαράκια τους ν’ απλώνονται και την κραυγή
που τις μεθάει σ’ αυτό το τίποτα της πτώσης και της εξαφάνισης.
Θλιβερές σταγόνες, στρογγυλές αθώες σταγόνες.
Αντίο σταγόνες. Αντίο.

* * *

ΠΟΙΗΜΑ


Σ’ αγαπώ απ’ το φρύδι, απ’ τα μαλλιά,
σε διαφιλονικώ σε διαδρόμους
λευκότατους όπου παίζονται οι πηγές του φωτός
σε αμφισβητώ σε κάθε όνομα, σε πιάνω με λεπτότητα ουλής
σου βάζω στα μαλλιά στάχτες από κεραυνό
και κορδέλες που κοιμούνταν στη βροχή.
Δεν θέλω να έχεις μια μορφή, να είσαι,
ακριβώς ότι έρχεται πίσω από το χέρι σου,
γιατί το νερό, υπολόγισε το νερό, και οι λέοντες
όταν διαλύονται στη ζάχαρη του μύθου,
και οι χειρονομίες, αυτή η αρχιτεκτονική του τίποτα,
ανάβοντας τις λάμπες της στη μέση της συνάντησης.
Όλο το αύριο είναι ο πίνακας
όπου σε εφευρίσκω και σε σχεδιάζω
για να σε σβήσω σύντομα, έτσι δεν είσαι, ούτε καν
μ’ αυτά τα ίσια μαλλιά, αυτό το χαμόγελο.
Ψάχνω το άθροισμά σου, στην άκρη της κούπας όπου το κρασί
είναι επίσης η σελήνη κι ο καθρέφτης,
ψάχνω αυτή τη γραμμή που κάνει να τρέμει ένας άνθρωπος
σε μια στοά του μουσείου.
Επίσης σ’ αγαπώ, και έχει καιρό και κρύο.

* * *

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣ, ΙΙ



Στην πραγματικότητα λίγο με νοιάζει
που το στήθος σου κοιμάται
στη γαλάζια συμμετρία του άλλου στήθους.
Εγώ θα το είχα συνθλίψει
για να το γαργαλήσω τρίβοντάς το
και θα είχες γελάσει και δικαίως
όταν το αναγκαίο και το αναμενόμενο
θα ήταν οι λυγμοί σου.

* * *

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7, Από το ΚΟΥΤΣΟ


Σου αγγίζω το στόμα, μ’ ένα δάχτυλο αγγίζω την άκρη
απ’ το στόμα σου, τη σχεδιάζω λίγο λίγο, σαν να πρόβαλε
από το χέρι μου, σαν το στόμα σου να μισάνοιγε για πρώτη
φορά, και το χέρι μου φτάνει να κλείσω το μάτια για να τα σβήσω
όλα και να ξαναρχίσω, κάνω να γεννηθεί κάθε φορά
το στόμα που θέλω, το στόμα που το χέρι μου διαλέγει
και σου σχεδιάζει στο πρόσωπο,
ένα στόμα διαλεγμένο ανάμεσα σε άλλα,
με κυρίαρχη ελευθερία διαλεγμένη από μένα
για να το σχεδιάσω με το χέρι μου στο πρόσωπό σου,
και από μια τύχη που δεν ψάχνω να καταλάβω
συμπίπτει ακριβώς με το στόμα σου που χαμογελάει
κάτω από αυτό που το χέρι μου σου σχεδιάζει.
Με κοιτάς, από κοντά με κοιτάς, κάθε φορά
από πιο κοντά και τότε παίζουμε τον κύκλωπα,
κοιταζόμαστε από κάθε φορά και πιο κοντά
και τα μάτια μας μεγεθύνονται,
πλησιάζουν μεταξύ τους, σωφιλιάζονται
και οι κύκλωπες κοιτάζονται, ανασαίνοντας μπερδεμένοι,
τα στόματα συναντιούνται και παλεύουν χλιαρά,
δαγκώνονται με τα χείλη, αφήνοντας μόλις τη γλώσσα
στα δόντια, παίζοντας στις φραγές τους όπου ένας αέρας
βαρύς πηγαινοέρχεται με ένα άρωμα παλιό και μια σιωπή.
Τότε τα χέρια μου ψάχνουν να βυθιστούν στα μαλλιά σου,
να θωπεύσουν αργά τη βαθύτητα των μαλλιών σου
ενώ φιλιόμαστε σαν να είχαμε το στόμα γεμάτο
από λουλούδια, από ψάρια, από κινήσεις ζωηρές,
από μυρωδιά σκοτεινή. Κι αν δαγκωνόμαστε
ο πόνος είναι γλυκός, κι αν πνιγόμαστε σε μια σύντομη
και τρομερή απορρόφηση ταυτόχρονη της ανάσας,
αυτός ο στιγμιαίος θάνατος είναι ωραίος.
Και υπάρχει ένα μόνο σάλιο και μια γεύση
μόνο από φρούτα ώριμα, κι εγώ σε νιώθω να τρέμεις
πάνω μου σαν μια σελήνη στο νερό.



Χούλιο Κορτάσαρ, Η Σύνθλιψη των Σταγόνων, μτφρ. Βασίλης Λαλιώτης, εκδ. Bibliotheque

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου