'Στα λόγια αυτά, τα μάτια της γυναίκας έκλεισαν αθέλητα, κι ολόκληρο το εξαίσιο πρόσωπό της, κατέρρευσε σε μια απότομη, σπαραχτική θλίψη, τόσο βαριά, που θα ’λεγε κανείς ότι εκείνα τα αιθέρια χαρακτηριστικά θα τσάκιζαν από το βάρος της, ότι ολόκληρο το ντελικάτο κορμί της θα σωριαζόταν υπερφορτωμένο στο γρασίδι. Αλλά δεν έπεσε. Στάθηκε παραπαίοντας για μια στιγμή, αλλά μετά τα μπράτσα του άντρα τυλίχτηκαν γύρω της σφίγγοντάς την πάνω του μ’ ένα αγκάλιασμα απόγνωσης. Και μέσω της μνήμης του προ πολλού νεκρού άντρα που την κρατούσε, ο Σμιθ μπορούσε να νιώσει τη λεπτότητα της προαιώνια νεκρής γυναίκας, τη ζεστή απαλότητα της σάρκας της, τα ντελικάτα κόκαλα σαν του πουλιού. Ένιωσε και πάλι -μάταια- ότι ήταν ένα πολύ εύθραστο πλάσμα για να γνωρίζει μια τέτοια θλίψη όσο εκείνη που την τυραννούσε τώρα, και μια ανήμπορη οργή φούντωσε μέσα του ενάντια σ’ οτιδήποτε αφύσικο ήταν εκείνο που γεννούσε μέσα και στους δύο τόσο τρόμο και σπαραγμό.
   Για μια ατέλειωτη στιγμή ο άντρας την έσφιγγε πάνω του, νιώθοντας την εύθραστη απαλότητα του κορμιού της και το τράνταγμα από τα βουβά της αναφιλητά πάνω στο δικό του, που σίγουρα δεν μπορεί παρά να θρυμμάτιζαν τον τόσο λεπτοκαμωμένο σκελετό της - τόσο έντονο ήταν το σιωπηλό της μαρτύριο! Και στο φικό του λαιμό ένιωθε να τον πνίγει ο κόμος της θλίψης, και τα δικά του μάτια έκαιγαν από τα άχυτα δάκρυά του. Το ζοφερό μίασμα του τρόμου είχε ενταθεί τόσο, που ακόμη και ο γεωφώτιστος κήπος φάνηκε να καταπλακώνεται απ’ αυτό, και τίποτε δεν απέμενε πλέον πέρα απ’ αυτό το μαύρο βάρος του φόβου του και τον πόνο μιας δίχως ελπίδα θλίψης.'

Κ. Λ. Μουρ, από το διήγημα 'Ο Χαμένος Παράδεισος', Το Άλικο Όνειρο και Άλλες Ιστορίες Του Νόρθγουεστ Σμιθ - 2, μτφρ. Γιώργος Μπαλάνος, εκδ. Locus 7

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου