'Η πυροδότηση της κριτικής από την καταγραφή των νόσων της ποιητικής τέχνης έως τις επικριτικές ρήσεις από ορισμένες πανεπιστημιακές ομάδες που συντάσσουν τους κανόνες της ποίησης, και γεννοβολούν, με περίσσιο ύφος και χάρη, τις μαριονέτες που ελέγχουν─ όλα αυτά, μαζί με τους υποστηρικτές τους και το σινάφι τους, συνιστούν την πλέον θανάσιμη και ψωροπερήφανη ποιητική έδρα. Δημιουργούν, καταγράφουν, και επιχειρηματολογούν γύρω από την ιστορία των ιδίων, γοητευμένοι από τη γενναιοδωρία των αυλικών τους.
   Αυτό που οι πανεπιστημιακοί κριτικοί έχασαν απομονώνοντας τους εαυτούς τους μέσα στην ακαδημία το κέρδισαν με το παραπάνω σε στόχευση και κύρος. Σε όσους απόμειναν από μας, τους βρόμικους, τους αργόσχολους μέσα στα μπιλιαρδάδικα και τα σοκάκια, μοιάζει λες και δεν απομένει παρά μια ματαιωμένη και παράφωνη φλυαρία. Προκειμένου να δημιουργηθεί μία δυναμική, πιθανόν ένα μανιφέστο, μια κίνηση… η κυοφορία μιας ιδέας… να είναι απαραίτητα. Είναι δύσκολο για έναν ποιητή να σταθεί ολομόναχος ενάντια στην πανεπιστημιακή κλίκα. Πιθανόν να πρέπει εμείς οι ίδιοι να εφεύρουμε τη δική μας ιστορία και να επιλέξουμε τους δικούς μας θεούς, αν είναι να ακουστεί η δική μας συνεισφορά στην αμερικανική λογοτεχνία σε κάποιο απώτερο μέλλον.
   Οι λογοτέχνες μας οφείλουν να γνωστοποιήσουν την ύπαρξή τους στην πανεπιστημιακή κοινότητα που εξορκίζει τα πάντα και γράφει προς ιδίαν κατανάλωση─ και ας είμαστε δίκαιοι επ’ αυτού: πολλά απ’ αυτά που εκδίδονται δεν ανήκουν μονάχα στη βρομιά αλλά δεν τα διαβάζει σχεδόν κανένας (κι αυτό δυστυχώς ισχύει τόσο για τους αναγνώστες όσο και για τους λογοτέχνες). Αυτό που μας σώζει είναι η τρομερή μας ανοιχτοσύνη και η πολυφωνία μας. Όμως, αυτή μας η υπεροχή θα πρέπει να είναι εξίσου καλοσχηματισμένη όσο και άμορφη, και να συνοδεύεται από της δικό της δίκτυο κριτικής ενημέρωσης και να εκφράζει επί το πλείστον τις τάσεις, και την πολιτιστική παρεμβολή των λογοτεχνών μας. Κι αυτό όχι ως προϋπόθεση επικύρωσης ή αισθητικού περιορισμού αλλά ως η μετουσίωση ποικίλων φωνών σε μία πολύ πιο ξεκάθαρη φόρμα. Ο άνεμος ανανέωσης μιας καινούργιας κουλτούρας, ο μαγνητισμός και το νόημα και η ελπίδα, η ακρίβεια των ενεργειών μας─ όλα αυτά δεν έχουν ακόμα, υπό οποιαδήποτε έννοια, υλοποιηθεί και δεν έχουν πραγματωθεί. Και έως ότου υλοποιηθούν και πραγματωθούν… πέντε-έξι τύποι, μίζεροι καρεκλοκένταυροι των πανεπιστημίων, θα παριστάνουν τους ιεροφάντες του ποιητικού μας σύμπαντος.'

  'Από πού να ξεκινήσω; Λοιπόν, ήταν ο Νίτσε που, όταν τον ρώτησαν σχετικά με τους ποιητές, απάντησε, «οι ποιητές; Οι ποιητές ψεύδονται ασυστόλως».
   Εάν διαβάσει κανείς την παλαιότερη ποίηση και τη σύγχρονη ποίηση, θα συμφωνήσει ότι ετούτη η κριτική είναι διαολεμένα ακριβής. Υπάρχει τόση πόζα, τόση δηθενιά… τόσοι πολλοί που παριστάνουν τους ποιητές, τους εκλεκτούς μαντατοφόρους των θεών. Πιστεύω ότι εάν πράγματι οι θεοί επέλεξαν όλους αυτούς για ποιητές, τότε, έκαναν αναμφισβήτητα, λάθος επιλογή. Βεβαίως, όλες οι τέχνες κατακλύζονται από κομπιναδόρους και επιτήδειους, αλλά έχω την εντύπωση ότι οι ποιητές είναι αυτοί με τις καλύτερες επιδόσεις του είδους.
   Και σε αυτό το σημείο θα υπογραμμίσω ότι το να κριτικάρεις την ποίηση είναι πολύ πιο εύκολο από το να τη γράφεις. Όταν ήμουν πολύ νέος, απολάμβανα να διαβάζω τις κριτικές στήλες στα τεύχη των λογοτεχνικών επιθεωρήσεων Σουάνι και Κένιον, που αφορούσαν την ποίηση. Εκείνοι οι κριτικοί ήταν τόσο λαπάδες, τόσο σνομπ, που μιλούσαν τόσο πολύ εκ του ασφαλούς, ήταν τόσο μονόπλευροι, και ήταν επίσης με έναν πολύ διασκεδαστικό τρόπο επιθετικοί ─ανά καιρούς─ προς άλλους κριτικούς. Κυριολεκτικά έκαναν ο ένας τον άλλον κομματάκια χρησιμοποιώντας μια καθώς πρέπει γλώσσα, και θαύμαζα το γεγονός πως παρότι η δική μου γλώσσα ήταν πιο άμεση και πιο χοντροκομμένη, και έτσι την προτιμούσα, παρ’ όλα αυτά ο δικός τους τρόπος έκφρασης μου προκαλούσε κάποιο δέος. Ω, τι κόσμιος τρόπος που ήταν αυτός, με τον οποίο αποκαλούσε ο ένας τον άλλο μαλάκα και ηλίθιο. Παρ’ όλα αυτά, γενικότερα, έλεγαν και καμιά σωστή κουβέντα σχετικά με το τι πήγαινε στραβά στην ποίηση και με τι θα μπορούσε να γίνει για να αλλάξει η κατάσταση. Όμως, το νου σας, όταν διάβασα τα ποιήματα που δημοσιεύονταν μέσα σ’ εκείνα τα έντυπα, είδα πως επρόκειτο για πολύ κακή ποίηση─ πομπώδη, άψυχη, αναποτελεσματική, χιλιοειπωμένη, βαρετή… ήταν πραγματική προσβολή για τις σελίδες. Η κόντρα απουσίαζε, το παιχνίδι απουσίαζε. Ήταν σκέτη μούχλα. Ήταν η μιζέρια του είναι όλα προσεκτικά γραμμένα. Και όταν οι ίδιοι οι κριτικοί έγραφαν κανένα ποίημα, τότε δεν περιείχε κανένα από τα αφοπλιστικά και εντυπωσιακά στοιχεία που περιέγραφαν οι ίδιοι στις κριτικές που έγραφαν για τους άλλους. Έμοιαζε λες και με το που ασχολούνταν με τη γραφή ενός ποιήματος, είχαν λησμονήσει αυτό που ήταν προηγουμένως η ίδια τους η ψυχή. Η ποίηση είναι το έσχατο πεδίο άσκησης και ελάχιστοι απ’ όσους καταγίνονται μ’ αυτήν σήμερα, ή ασχολήθηκαν πριν από αιώνες, κατάφεραν να βγουν νικητές.
   Η ποίηση έρχεται μέσα απ’ όσα έχεις ζήσει και μέσα από τον τρόπο με τον οποίο τα έχεις ζήσει και μέσα από τον λόγο για τον οποίο γράφεις. Οι περισσότεροι άνθρωποι εισέρχονται σε διαδικασία θανάτου από τα 5 τους χρόνια, και με κάθε χρόνο που περνάει λιγοστεύουν όλο και πιο πολύ υπό την έννοια ότι χάνουν σταδιακά την αυθεντικότητά τους και την πιθανότητα να κάνουν κάποια στιγμή τη διαφορά σπάζοντας τα δεσμά του προφανούς και της κατακρεούργησης. Γενικά μιλώντας, είναι εκείνοι που διέθεταν σημαντικές εμπειρίες στη ζωή τους οι οποίες τους καθιστούν ξεχωριστούς, τους περιθωριοποιούν μ’ έναν τρόπο ο οποίος τους έχει μετατρέψει σε όμορφα τέρατα, οραματιστές που διαθέτουν τα δικά τους οράματα. Πιθανόν σε όλο αυτό να βοηθά και κάποια τύχη αλλά αυτό δεν ευσταθεί και τόσο, γιατί καθημερινά μας εμφανίζονται ευκαιρίες, εάν επιλέγει κανείς πολύ συχνά τη λανθασμένη επιλογή, την αντίθεση στη ζωή, τότε σύντομα θα καταλήξει νεκρός πολύ πριν από την πραγματική του κηδεία.
   Οι καλύτεροι ποιητές είναι εκείνοι που δε γίνεται να μη γράφουν και θα συνεχίσουν να γράφουν ανεξάρτητα από την κατάληξη. Γιατί, εάν δεν το κάνουν, θα συμβεί κάτι άλλο: φονικό, αυτοκτονία, τρέλα, ένας θεός ξέρει τι. Η πράξη της καταγραφής του Κόσμου είναι ένα θαύμα, μια σωτήρια χάρη, η τύχη, η μουσική, η διάρκεια. Ξεκαθαρίζει το χώρο, ξεχωρίζει την ανοησία, σώζει το τομάρι σου όπως και το τομάρι ορισμένων ανθρώπων συνάμα. Εάν για κάποιον λόγο μέσα απ’ όλα αυτά υπάρξει και κάποια φήμη, οφείλεις να την αγνοήσεις, πρέπει να συνεχίσεις να γράφεις λες και ο επόμενος στίχος θα είναι ο πρώτος που θα γράψεις.
   Επίσης, υπάρχουν πράγματι και άλλοι λογοτέχνες, παρότι είναι ελάχιστοι. Για μένα προσωπικά όμως, δεν υπήρχαν παραπάνω από 6 ή 7 οι οποίοι μου έδωσαν κουράγιο όταν όλοι οι υπόλοιποι με συμβούλευαν να σταματήσω να γράφω.'


Τσαρλς Μπουκόβσκι, Η Απουσία του Ήρωα, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Ηριδανός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου