'Αλλά ο Μάρινους Μπίκνελλ Ουίλλεττ μετάνιωσε πικρά που είχε κοιτάξει ξανά· γιατί, μόλο που ήταν παλαίμαχος χειρουργός και ανατόμος, ποτέ δεν ήταν ο ίδιος άνθρωπος έκτοτε. Είναι δύσκολο να εξηγήσει κανείς το πώς μία και μόνη ματιά ενός υλικού αντικειμένου με μετρίσιμες διαστάσεις θα μπορούσε να συγλονίσει και ν’ αλλάξει τόσο έναν άνθρωπο. Το μόνο που μπορούμε να πούμε εδώ είναι ότι υπάρχει σε ορισμένες μορφές και οντότητες μια δύναμη  συμβολισμού και υποβολής που επιδρά με φοβερό τρόπο στο συνολικό τρόπο σκέψης ενός ευαίσθητου στοχαστή, και του ψιθυρίζει τρομερούς υπαινιγμούς για σκοτεινούς κοσμικούς συσχετισμούς και για ακατονόμαστες πραγματικότητες πίσω από τις προστατευτικές ψευδαισθήσεις της κοινής όρασης.
   Σ’ εκείνη τη δεύτερη ματιά ο Ουίλλεττ είδε μια τέτοια μορφή ή οντότητα που, κατά τη διάρκεια των επόμενων λίγων στιγμών, περιέπεσε σε μια κατάσταση τόσο αληθινής παραφροσύνης όσο και ο τελευταίος τρόφιμος της ιδιωτικής κλινικής του δρα Γουαίητ.
   Ο ηλεκτρικός φακός έπεσε από ένα χέρι που είχε χάσει κάθε μυϊκή δύναμη και κάθε νευρικό συντονισμό - ούτε και άκουσε καν τον ήχο από δόντια που ροκάνιζαν κάτω, αποκαλύπτοντας έτσι ποια ήταν η τύχη του φακού στον πάτο του πηγαδιού. Ο Ουίλλεττ απλώς ούρλιαζε και ούρλιαζε και ούρλιαζε, με μια φωνή που τον αφύσικα οξύ τόνο του πανικού της δε θ’ αναγνώριζε κανένας από εκείνους που τον γνώριζαν. Κι επειδή δεν μπορούσε να σταθεί καν στα πόδια του, άρχισε να σέρνεται και να μπουσουλάει απεγνωσμένα μακριά από εκεί, έρποντας στο υγρό δάπεδο όπου δεκάδες πηγάδια της κόλασης ξέχυναν τα εξαντλημένα κλαψουρίσματα και σκουξίματά τους, σαν σε απάντηση στις δικές του αλλόφρονες κραυγές.
   Τα χέρια του καταγδέρνονταν στις τραχιές, λασκαρισμένες πλάκες, και πάμπολες φορές κουτούλησε οδυνηρά το κεφάλι του πάνω στις συχνές κολόνες, αλλά αυτός συνέχισε το φευγιό του. Ύστερα, κάποια στιγμή τελικά, ξαναβρήκε λίγο-λίγο και έφραξε τα αυτιά του ενάντια στο θρηνητικό σούσουρο στο οποίο είχαν καταλαγιάσει οι κραυγές μετά από εκείνο το ξέσπασμά τους.
   Ήταν λουσμένος στον ιδρώτα και δίχως τρόπο ν’ ανάψει ένα φως, καταβεβλημένος και καταπτοημένος στην αβυσσαλέα μαυρίλα και τη φρίκη, και τον συνέθλιβε το βάρος μιας θύμησης που ποτέ δε θα μπορούσε να σβήσει από τη μνήμη του. Κάτω από τα πόδια του δεκάδες από εκείνα τα πλάσματα ζούσαν ακόμη, και από ένα από τα πηγάδια ο ίδιος είχε αφαιρέσει το καπάκι του. Ήξερε ότι αυτό που είχε δει θα μπορούσε να βγει σκαρφαλώνοντας τα γλιστερά τοιχώματα, αλλά ανατρίχιασε στη σκέψη ότι μπορεί και να υπήρχαν κάποια αθέατα στηρίγματα αναρρίχησης εκεί κάτω.
   Το τι ακριβώς ήταν εκείνο το πράγμα, ο Ουίλλεττ δε θέλησε να το περιγράψει ποτέ. Έμοιαζε, πάντως, με κάποια από τα σκαλίσματα πάνω στο διαβολικό βωμό, αλλά αυτό ήταν ζωντανό. Η φύση δεν το είχε φτιάξει ποτέ μ’ αυτή τη μορφή, γιατί ήταν ημιτελές. Οι ατέλειές του ήταν του πλέον απίστευτου είδους, και οι ανατομικές ανωμαλίες του δε θα μπορούσαν να περιγραφούν.'

Χ. Φ. Λάβρκαφτ, Η Περίπτωση του Τσαρλς Ντέξτερ Ουώρντ, μτφρ. Γιώργος Μπαλάνος, εκδ. Locus 7

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου