'Όταν πέθανε, κοιμόμουν. Είχα τηλεφωνήσει στο νοσοκομείο για να του πω μια ακόμη καληνύχτα, αλλά ήταν βυθισμένος στον ωκεανό της μορφίνης. Κράτησα το ακουστικό στο αυτί μου και αφουγκράστηκα τη βαριά ανάσα του ξέροντας ότι δε θα τον ξανάκουγα ποτέ.
   Λίγο αργότερα τακτοποίησα σιωπηλά τα προσωπικά μου αντικείμενα, το σημειωματάριο και την πένα μου. Το βαθυγάλαζο μελανοδοχείο που ανήκε σ’ εκείνον. Τη σκαλιστή περσική μου κούπα, το στρατιωτικό μου παράσημο, ένα στρογγυλό κουτάκι όπου φύλαγα για ενθύμιο τα πρώτα δόντια των παιδιών μου. Άρχισα να ανεβαίνω τη σκάλα αργά, μετρώντας τα σκαλοπάτια ένα ένα˙ ήταν δεκατέσσερα… Σκέπασα την κόρη μου στην κούνια της, φίλησα το γιο μου, που κοιμόταν, ξάπλωσα δίπλα στον άντρα μου και προσευχήθηκα, θυμάμαι τον εαυτό μου να ψιθυρίζει: «Είναι ακόμα ζωντανός». Μετά αποκοιμήθηκα.
   Ξύπνησα νωρίς και καθώς κατέβαινα τα σκαλιά ήξερα ότι ήταν νεκρός. Το σπίτι ήταν σιωπηλό. Το μόνο που ακουγόταν ήταν ο ήχος της τηλεόρασης, που είχε μείνει ανοιχτή όλη τη νύχτα. Ένα κανάλι τέχνης έπαιζε μια όπερα. Η οθόνη με απορρόφησε καθώς η Τόσκα διακήρυσσε με πόνο και αποφασιστικότητα το πάθος της για τον ζωγράφο Καβαραντόσι. Ήταν ένα κρύο πρωί του Μαρτίου, οπότε φόρεσα το πουλόβερ μου.
   Σήκωσα τα στόρια και το γραφείο πλημμύρισε φως. Έστρωσα το βαρύ λινό ριχτάρι της πολυθρόνας μου και διάλεξα ένα βιβλίο με έργα του ζωγράφου Οντιλόν Ρεντόν ανοίγοντάς το σε μια σελίδα με την εικόνα ενός γυναικείου κεφαλιού που κολυμπάει σε μια μικρή θάλασσα. Les yeux clos. Κάτω από τα χλομά της βλέφαρα υπήρχε ένα ολόκληρο αχαρτογράφητο σύμπαν. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο και σηκώθηκα να απαντήσω.
   Ήταν ο μικρός αδελφός του Ρόμπερτ, ο Έντουαρντ. Μου είπε ότι είχε δώσει στον Ρόμπερτ ένα τελευταίο φιλί από μένα κρατώντας την υπόσχεση που μου είχε δώσει. Στάθηκα ακίνητη, παγωμένη˙ έπειτα, με αργές κινήσεις, σαν σε όνειρο, επέστρεψα στην καρέκλα μου. Εκείνη τη στιγμή η Τόσκα άρχισε να τραγουδάει τη σπουδαία άρια «Vissi d’ arte». Έζησα για την αγάπη, έζησα για την τέχνη. Έκλεισα τα μάτια μου και σταύρωσα τα χέρια μου στο στήθος. Η θεία πρόνοια είχε ορίσει τον τρόπο με τον οποίο θα τον αποχαιρετούσα.'
 
'ΑΓΡΙΑ ΦΥΛΛΑ


Άγρια φύλλα πέφτουν
Πέφτουν στο έδαφος
Κάθε φύλλο μια στιγμή
Ένα φως πάνω στο στέμμα
Που θα φοράμε όλοι
Στον άμετρο χρόνο
Και άγρια φύλλα πέφτουν
Πέφτουν στο έδαφος

Κάθε λέξη που έχει ειπωθεί
Κάθε λέξη που έχει αποφανθεί
Κάθε ξόρκι που έχει σπάσει
Κάθε χρυσή πράξη
Όλα τα μέρη όπου παίζουμε
Δεμένα σαν το καλάμι
Και άγρια φύλλα πέφτουν
Άγρια άγρια φύλλα

Τα πνεύματα που μνημονεύονται
Οι μύθοι που έχουν απογυμνωθεί
Όλα όσα έχουμε περάσει
Και τα χρώματα που έχουμε φορέσει
Κάθε χάσμα όπου έχουμε μπει
Κάθε ιστορία που έχουμε υφάνει
Και άγρια φύλλα πέφτουν
Πέφτουν στο έδαφος

Καθώς η φωτιά καίει
Καθώς η φωτιά αναφλέγεται
Όλες οι στιγμές στρέφονται
Στη θυελλώδη λάμψη
Ταραχή
Και Πίστη
Το πήγαινε και το έλα
Άγρια άγρια φύλλα’



Πάτι Σμιθ, Πάτι και Ρόμπερτ, μτφρ. Αλέξης Καλοφωλιάς, εκδ. Κέδρος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου