Ο ΕΞΩΣΤΗΣ βλέπει στον κήπο. Οι μάντρες χαμηλές
κι ευχάριστες. Μισόκλειστη η μεγάλη καγκελόπορτα.
Μπαίνει ένας άντρας δίχως φως και περπατάει πάνω
στα κλώνια του γιασεμιού, τρίζουν τα πόδια του,
πουθενά δεν κοιτάζει. Τι Σεπτέμβρης
σκεπάζει τη γη, νάρδοι μεγαλώνουν αργά,
κι ανεβαίνουν τα περιστέρια με τα φτερά
ο αέρας, ο ήλιος κι η θάλασσα στο βάθος αναρρώνει.
Ο αέρας πια δεν καίει. Ποτίζουν αργοκίνητα
τα βήματα που κάνει το νερό, όλες οι άσπρες πικροδάφνες
υποκύπτουν. Παίρνουν ύψος τα έντομα
για να ζήσουν στα φύλλα. Ακουμπάει
η γενειάδα στο στήθος κι εκείνος συνεχίζει
δίχως φως να περπατά. Όλα νεκρά τ’ αφήνει, μαύρα
πτηνά τ’ ουρανού, πεσμένα φύλλα
και κομμένο στον πάγο το νερό κοντοστέκεται.
Ο κήπος είναι πενιχρός και ήδη κατοικεί
η απουσία σα να επρόκειτο
για μια καρδιά, εκεί που ήταν ένας γόνιμος τόπος.
Περνάει την ελάχιστη πόρτα. Απ’ τα χωράφια
φτάνουν ουρλιαχτά και μια ψυχρή σκιά
εισδύει στον εξώστη κι υπάρχει μια πνοή
πανίσχυρη θανάτου. Είναι το σπίτι
που αρχίζει να καταρρέει, έρημο και υγρό.

* * *

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ανοιχτά τεντώνει το λαιμό
για να γαυγίσει, και στην πυκνή συστάδα
των αγρών ακούστηκε η φωνή ξανά.
Η παρουσία είναι ενός μοναχικού, και κάτι
που σωριάζεται στη γη, είναι κι ο σκοτεινός αέρας
που έπεσε στη γη με πόνο.
Δε φτάνει ο αναστεναγμός του ψηλά
μέχρι τ’ αστέρια, ούτε και μέχρι τα τρένα που χάθηκαν,
να μπει στα σπίτια θέλει. Κάποιος αντιλαμβάνεται
πως η ζωή περνά και πτοημένος
πάλλει η καρδιά του άρρωστη. Κανείς δε ζει
μαζί του κι αυτός ακούει. Έχει τελειώσει πια
το δείπνο, κι αυτός κοιτάζει από το τζάμι.
Κοιτάζει, με το λυπημένο βλέμμα, το σκοτεινό
τον έξω κόσμο, τα μειλίχια αστέρια.
Νιώθει πως ρόγχος ζεστός ανεβαίνει
και το στήθος του καίει, πως τα μάτια του
δε μαντεύουν τα σχήματα που εκεί, ζωντανά,
ανασαίνουν. Θα μπορούσε ακόνη να φωνάξει
με δύναμη, να βγει στα κρύα χωράφια
και να τινάξει από πάνω του τον πόνο. Περνάει
ξανά το χέρι του στ’ άσπρα μαλλιά, νιώθει
πως ο χρόνος υπήρξε σκληρός, τον ξεπεσμό του
κρίνει χωρίς υπερβολή, το στήθος του
δεν ταράζεται. Κι αυτός περιμένει να σιγήσει
η φωνή για ν’ ανεβεί, να βυθιστεί στον ύπνο.

* * *

ΤΟΝ ΣΥΓΚΡΑΤΗΣΕ η νύχτα,
το διάφανο σκοτάδι του στερεώματος
έπεφτε στο λόφο.
Στο στήθος ένιωσε το δάσος,
την ασυγκράτητη δύναμη του αναστήματός του,
και το πέρασμα του αίματος.
Ο άνθρωπος είναι πηγή, μονολογούσε,
κρυμμένη, πιο απόκρυφη
απ’ τη φωτιά της γης.
Και κοίταζε τα φώτα,
η πόλη περίμενε το γυρισμό του.

Ευτυχισμένος αγάπησε. Έκλαιγε.
Κι άκουσε. Περνούσαν οι άνεμοι ψηλά
ανάμεσα στα φύλλα, οι γρύλοι τρελάθηκαν
κι άκουσε του αίματός του το βόμβο, δυνατό
σαν ένα θαλασσινό χτύπημα.
Άκουσε την υπόκωφη πάλη της σελήνης
που εισχωρούσε στο δάσος, πιο πάνω
το λεπτεπίλεπτο άγγιγμα των άστρων,
κι άνοιξε τα χέρια, και πλάτυνε το στήθος του
το ρημαγμένο, νυχτερινό,
και μπήκε μέσα του η γη,
και το δάσος, ο αέρας, η μάνα του εισέβαλε.
Κι ήταν καλόγευστη η επιστροφή του.
Ύστερα κοίταξε τα χέρια του
μεγάλα, υπάκουα, γυμνά
και μέσα τους έκρυψε το ήρεμο πρόσωπό του.

Προαισθανόταν ήδη την αυγή,
κι ελεύθερος, ύψωσε φωνή,
άφησε την κραυγή του στην τύχη του αέρα,
γέμισε ο λόφος μακριούς,
τρεμουλιαστούς ψιθύρους.
Μακριά, μέσα στον ύπνο, η πόλη έτρεμε.


Φρανθίσκο Μπρίνες, Ποιήματα της Παλιάς Ζωής, μτφρ. Τάσος Δενέγρης, εκδ. Γαβριηλίδης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου