'Η τραγωδία μπορεί να ορισθεί, εδώ, ως απόπειρα επανάκτησης της απόστασης που υπάρχει ανάμεσα στον άνθρωπο και στα πράγματα, με την έννοια της νέας αξίας˙ αυτό θα ήταν εντέλει μια δοκιμασία, όπου η νίκη θα συνίστατο στο να έχεις ηττηθεί. Η τραγωδία εμφανίζεται λοιπόν ως η τελευταία επινόηση του ανθρωπισμού για να μην αφήσει τίποτα να διαφύγει: εφόσον η ομοφροσύνη ανάμεσα στον άνθρωπο και τα πράγματα έχει τελικώς καταγγελθεί, ο ανθρωπισμός διασώζει την επιβολή του, εγκαθιδρύοντας πάραυτα μια νέα μορφή αλληλεγγύης, αφού το ίδιο το διαζύγιο κατέστη η βασιλική οδός για τη σωτηρία.
   Είναι και πάλι σχεδόν μια σύμπνοια, αλλά επώδυνη, διαρκώς σε εκκρεμότητα και πάντα αναβαλλόμενη, που η αποτελεσματικότητά της είναι ανάλογη με εκείνη ενός απρόσιτου χαρακτήρα. Είναι μια ανάποδη όψη, είναι μια παγίδα─ και είναι μια παραποίηση.
   Βλέπουμε πράγματι σε ποιο βαθμό έχει διαστραφεί αυτό το είδος ενότητας: αντί να είναι η αναζήτηση ενός καλού, αυτή τη φορά είναι η ευλογία ενός κακού. Η δυστυχία, η αποτυχία, η μοναξιά, η ενοχή, η τρέλα, όλα αυτά, είναι ατυχήματα της ζωής μας που θα ήθελαν να μας κάνουν να τα υποδεχθούμε ως τα καλύτερα εχέγγυα της σωτηρίας μας. Να υποδεχθούμε, όχι να αποδεχθούμε: το ζήτημα είναι να τα θρέψουμε ιδίοις εξόδοις συνεχίζοντας παράλληλα να τα αντιμαχόμαστε. Διότι η τραγωδία δεν ενέχει ούτε αληθή αποδοχή, ούτε αληθινή άρνηση. Είναι η μετουσίωση μιας διαφοράς.
   Ας ιχνογραφήσουμε, εν είδει παραδείγματος, τη λειτουργία της «μοναξιάς». Τηλεφωνώ. Δε μου απαντά κανείς. Αντί να συμπεράνω πως δεν είναι κανείς εκεί ─πράγμα που θα μπορούσε να είναι μια καθαρή και απλή διαπίστωση, χρονολογημένη, εντοπισμένη, στο χώρο και στο χρόνο─, αποφασίζω να δράσω ωσάν να ήταν εκεί κάποιος, που όμως, για τον άλφα ή βήτα λόγο, δε θα απαντούσε. Η σιωπή που έπεται της κλήσης μου δε θα είναι εφεξής, αληθινή σιωπή˙ θα είναι επιφορτισμένη με περιεχόμενο, με βάθος, με ψυχή─ η οποία με παραπέμπει πάραυτα στη δική μου σιωπή. Η απόσταση ανάμεσα στην κραυγή μου, στα ίδια μου τα αυτιά, και τον βουβό (ίσως κρυφό) συνομιλητή στον οποίο απευθύνεται η κραυγή, γίνεται η αγωνία, η ελπίδα μου και η απελπισία μου, ένα νόημα για τη ζωή μου. Τίποτε πλέον δε θα μετράει από εκεί και πέρα για μένα., εκτός από αυτό το πλαστό κενό και τα προβλήματα που μου θέτει. Πρέπει να τηλεφωνώ για πολύ ακόμα; Πρέπει να κραυγάζω πιο δυνατά; Πρέπει να προφέρω άλλα λόγια; Προσπαθώ ξανά… Πολύ γρήγορα καταλαβαίνω ότι δε θα απαντήσει κανείς η αόρατη παρουσία όμως που εξακολουθώ να δημιουργώ με την κλήση μου, με αναγκάζει, στο διηνεκές, να εκτοξεύω στη σιωπή τη δυστυχισμένη κραυγή μου. Σύντομα ο ήχος που βγαίνει αρχίζει να μου φέρνει ζάλη. Σαν μαγεμένος, καλώ και πάλι…, και πάλι, ξανά. Η μοναξιά μου, σε παροξυσμό, μετατρέπεται εντέλει, για την αλλοτριωμένη συνείδηση μου, σε ανώτερη αναγκαιότητα, υπόσχεση της λύτρωσής μου. Και προκειμένου να λυτρωθώ, υποχρεούμαι να κραυγάζω πεισματικά για το τίποτα μέχρι το θάνατό μου.
   Σύμφωνα με τη συνήθη διαδικασία, η μοναξιά μου δεν είναι πια ένα τυχαίο, στιγμιαίο, δεδομένο της ύπαρξής μου. Αποτελεί μέρος του εγώ μου, ολόκληρου του κόσμου, όλων των ανθρώπων: είναι, για μία ακόμη φορά, η φύση μας. Είναι μια μοναξιά παντοτινή.
   Παντού όπου υπάρχει απόσταση, χωρισμός, διχασμός, διαχωρισμός, υπάρχει δυνατότητα να τα αισθανθεί κανείς αυτά ως οδύνη, κατόπιν να άρει αυτή την οδύνη στο ύψος μιας υπέροχης αναγκαιότητας, οδός προς ένα μεταφυσικό επέκεινα, αυτή η ψευδής αναγκαιότητα είναι ταυτόχρονα μια πόρτα κλειστή σε κάθε ρεαλιστικό μέλλον. Η τραγωδία, εάν σήμερα μας παρηγορεί, απαγορεύει κάθε κατάκτηση πιο στέρεη για το αύριο. Απεναντίας, πίσω από την πρόσοψη μιας αέναης κίνησης, καθηλώνει το σύμπαν σε μια γουργουρίζουσα κατάρα. Δεν τίθεται πλέον θέμα να αναζητήσουμε κάποιο γιατρικό για τη δυστυχία μας, αφ’ ης στιγμής η τραγωδία στοχεύει να μας κάνει να αγαπήσουμε τη δυστυχία.
   Βρισκόμαστε εδώ μπροστά σε ένα πλάγιο διάβημα του σύγχρονου ανθρωπισμού, που υπάρχει κίνδυνος να μας εξαπατήσει. Εφόσον δεν τίθεται πλέον ζήτημα επανάκτησης των πραγμάτων, θα μπορούσαμε να πιστέψουμε εκ πρώτης όψεως ότι η ρήξη ανάμεσα σ’ αυτά και τον άνθρωπο έχει ούτως ή άλλως συντελεστεί. Σύντομα όμως αντιλαμβανόμαστε ότι η κατάσταση είναι τελείως διαφορετική: είτε με τα πράγματα συνάψουμε συμφωνία είτε με την απομάκρυνσή τους, καταλήγουμε στο ίδιο˙ η «ψυχική γέφυρα» υφίσταται ανάμεσα σε εκείνα κι εμάς˙ μάλλον αυτή θα έβγαινε ενισχυμένη από αυτό το εγχείρημα.
   Γι’ αυτό η τραγική σκέψη δε στοχεύει ποτέ στο να διαγράψει τις αποστάσεις: αντιθέτως τις πολλαπλασιάζει όπως της αρέσει. Απόσταση ανάμεσα στον άνθρωπο και τους άλλους ανθρώπους, απόσταση ανάμεσα στον άνθρωπο και τον εαυτό του, ανάμεσα στον άνθρωπο και τον κόσμο, ανάμεσα στον κόσμο και τον ίδιο, τίποτα δε μένει ανέπαφο: όλα διαρρηγνύονται, σχίζονται, τέμνονται, αποσπώνται. Στο εσωτερικό των πιο ομοιογενών αντικειμένων, όπως και των λιγότερο διφορούμενων καταστάσεων, δημιουργείται ένας είδος μυστικής απόστασης. Ωστόσο, πρόκειται όντως για μια εσωτερική απόσταση, μια ψευδή απόσταση, που στην πραγματικότητα αποτελεί ανοικτή δίοδο, τουτέστιν, ήδη μια συμφιλίωση.'

Αλέν Ρομπέ-Γκριγιέ, Φύση, Ανθρωπισμός, Τραγωδία, μτφρ. Δημήτρης Δημητριάδης, εκδ. alloglotta

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου