'Απάνω στο άλογο, καβάλα όλη τη μέρα, όλη τη νύχτα, όλη τη μέρα.
Πάνω στο άλογο, να πηγαίνεις, να πηγαίνεις, να πηγαίνεις.
Και το θάρρος έχει τόσο αποκάμει, και η νοσταλγία τόσο θεριέψει. Δεν έχει πια βουνά, μήτε ένα δέντρο. Τίποτα δεν τολμάει να σηκωθεί. Ξένες καλύβες κείτονται διψασμένες πλάι σε βαλτωμένες βρύσες. Δε βλέπεις μήτε έναν πύργο. Και όλο η ίδια εικόνα. Δε χρειάζεται κανείς να ’χει δυο μάτια. Μόνο, μέσα στη νύχτα, θαρρεί κανείς καμιά φορά πως του είναι γνώριμος ο δρόμος. Μήπως τη νύχτα όλο γυρίζουμε πάλι πίσω το δρόμο που κερδίσαμε με κόπο κάτω από τον ξένο ήλιο; Έτσι πάει κανείς να πιστέψει. Ο ήλιος καίει βαρύς, όπως σ’ εμάς μες στην καρδιά του καλοκαιριού. Μα όταν εμείς μισέψαμε ήτανε καλοκαίρι. Τα μακριά φορέματα των γυναικών έφεγγαν μέσα από την πρασινάδα. Και τώρα έχουμε τόσον καιρό που πορευόμαστε πάνω στο άλογο. Πρέπει λοιπόν να ’ναι φθινόπωρο. Τουλάχιστο εκεί που τώρα μας συλλογίζονται κάποιες θλιμμένες γυναίκες.'

'Κάποιος που είναι ντυμένος στο άσπρο μετάξι, νιώθει, πως δεν μπορεί να ξυπνήσει˙ γιατί είναι ξύπνιος και ταραγμένος από την πραγματικότητα. Έτσι φεύγει ταραγμένος μες στο όνειρο, και στέκει στο πάρκο, μονάχος στο μαύρο πάρκο, και η γιορτή έχει μείνει μακριά. Και το φως είναι απατηλό, και η νύχτα στέκει γύρω του και είναι δροσερή. Και εκείνος ρωτάει μια γυναίκα που τον χαιρετάει με υπόκλιση:
«Είσαι η νύχτα;»
Κι αυτή χαμογελάει.
Και τότε εκείνος ντρέπεται για τη λευκή του φορεσιά.
Και θα ’θελε να βρίσκεται μακριά και μόνος και με τον οπλισμό του.
Με όλο τον οπλισμό του.'


Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Η Αγάπη και ο Θάνατος του Σημαιοφόρου Χριστόφορου Ρίλκε, μτφρ. Ρένα Καρθαίου, εκδ. Νεφέλη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου