'Το πέρασμα μέσα στο κείμενο δεν είναι παρά ένα πέρασμα στην αυτή πραγματικότητα από νέα είσοδο. Το κείμενο ανήκει αναπάντεχα στην πραγματικότητα, όχι το αντίθετο. Αναζητείται όμως και ορισμένη έξοδος από το κείμενο, για την οποία συνήθως δεν γίνεται λόγος. Το τέκμωρ της εξόδου είναι το κλειδί που καθιστά τη λογοτεχνία δημιουργία και όχι απλή κατασκευή. Διότι, και σε απόλυτη συνάφεια με το ολικό διακείμενο, είμαστε, παρόλες τις ευγενείς διακρίσεις που προσφέρονται, εφαρμογές εντός δημιουργίας όχι εντός κατασκευής. Παρεκτός εάν υφιστάμεθα μονομερώς το διάκενο κάποιας επιζητούμενης σωτηρίας∙ δηλαδή, παρεκτός και αν δεν ζούμε εντελώς.'

  'Η λογοτεχνία συμβαίνει, δημιουργείται σε μεγάλο βαθμό, για να μετατρέψει τις ειδικές συνθήκες του «σήπομαι», υπό όποιες συνθήκες. Κάθε επιπρόσθετη συνθήκη, οι νέοι τρόποι, και ειδικά όσοι δεν εμπίπτουν στην προκαθορισμένη επικράτεια της προαναφερθείσας τέρψης, είναι οι τρόποι (μέθοδοι) με τους οποίους η λογοτεχνία καταφέρνει τα απαιτούμενα βήματα — εκείνα που απαιτούνται για την απομάκρυνση από την κοιτίδα του φαινομενικού και την σταχυολόγηση εκείνων των διάσπαρτων και οριακά ενυπόστατων στοιχείων που θα συμπήξουν κάποιο καινούργιο, προς εκτόνωση και κατανάλωση, κέντρο.
   Λογοτεχνία μπορεί να είναι ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο συνδιαλέγεται κάποιος με τον περιπτερά της γειτονιάς του, ή μιλά στον εαυτό του. Ή ο τρόπος με τον οποίο φροντίζει να αποδεκατίσει σταδιακά τον άγρυπνο εαυτό του, στήνοντάς του παιχνίδια, αδιαφορώντας γι’ αυτόν, ή περνώντας τον από πρωτόγνωρες δοκιμασίες, συναντήσεις με τις αλλοπρόσαλλες πτυχές που κατοικούν εντός, με τις περσόνες που δουλειά τους είναι να κρατούν τον εαυτό τους δέσμιο της μερικότητας και του αγώνα της διανοητικής αυτοσυντήρησης, με κάθε θυσία. Όταν τολμήσει κανείς να θέσει ετούτους τους μηχανισμούς σε κοινή θέα, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, φέρνει αποτέλεσμα τόσο σε πνευματικό όσο και σε καθαρά ηθικό επίπεδο. Καταστρέφεται η δυνατότητα παροχής συγχώρεσης ή χάρης, οριστικά και αμετάκλητα. Αυτοί, λοιπόν, που μιλούν μέσα από το στόμα ενός λογοτέχνη είναι παραπάνω από ένας, μα, δεν καρπώνεται ουδείς αυτή την τρομακτική αποτελεσματικότητα. Γιατί απώτερος στόχος είναι να λείψουν ακόμη και τα τρύπια παπούτσια.
   Σαν τρίτη παράγραφο, εδώ, ή και αλλού, συνεπώς ακόμη και στο πουθενά, δεν τρομάζει εκείνος που θρέφει τον άκαρπο ίλιγγο, μα, εκείνος που μέριμνά του είναι η αποτίναξη, ή καλύτερα, η φαντασίωση της πιθανότητας της απολύτου εξαφάνισης του ιλλιγώδους.'
 
   'Η επίφαση είναι η ικανότητα να αποτυγχάνεις ακόμη και στην αποτυχία. Παρόλα αυτά η λογοτεχνία της επίφασης είναι προτιμότερη από την αποτυγχημένη λογοτεχνία, γιατί δεν ενδιαφέρει η λογοτεχνία αλλά η δυνατότητα αδιάλειπτης αναζωπύρωσης της επίφασης. Ο επιφανειακός δεν είναι επιφανειακός λόγω άρνησης, αλλά κυρίως, λόγω της ανάγκης για επίφαση. Η επιφανειακή ζωή είναι μια ζωή φτωχή ή πλούσια σε εντυπώσεις, η αληθινή ζωή είναι φτωχή ή πλούσια σε εμπειρίες. Οι εντυπώσεις γεννούν εκτιμήσεις, οι εμπειρίες γεννούν ιδέες. Η επίφαση πρήζει αλλά δεν χορταίνει τη ζωή, γεμίζει σελίδες αλλά τίποτα δεν σημαίνει. Παρόλη, όμως, την ηγεμονική θέση της επίφασης μέσα στη ζωή, για την κάλυψη της απόστασης από την επίφαση ως το ουσιώδες, μία ολόκληρη ζωή δεν είναι σίγουρα αρκετή. Αυτό σημαίνει πως η λογοτεχνία απουσιάζει πιο συχνά απ’ όσο εμφανίζεται. Πόσο εξαίσια ετούτη η φυσική επαλήθευση.'


Γιάννης Λειβαδάς, Ανάπτυγμα, εκδ. Κουκούτσι

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου