'Νᾶ ζεῖς ἤ νὰ μὴ ζεῖς, νά τὸ ἐρώτημα∙
ποῦ βρίσκεται ἡ εὐγένεια τοῦ ἀνθρώπου:
νὰ τὸν χτυπᾶ, νὰ τὸν ἐξευτελίζει
μοίρα ἀλλοπρόσαλλη καὶ νὰ ὑπομένει;
ἤ νὰ ξεσηκωθεῖ, νὰ πάρει τὰ ὅπλα,
ἐνάντια σ’ ἕνα πέλαγος δεινὰ
καὶ νὰ πολεμήσει ὤς τὸ τέλος;
Πεθαίνεις καὶ κοιμᾶσαι, τίποτ’ ἄλλο:
καὶ μ’ ἕναν ὕπνο λὲς ὅτι γλιτώνεις
τὸν πόνο τῆς καρδιᾶς καὶ τὶς χιλιάδες
πληγὲς ποὺ εἶναι πλασμένες μὲ τὴ σάρκα:
εἶναι κι αὐτὸ ἕνα τέλος, μιὰ τελείωση,
νὰ τὴν ποθεῖς εὐλαβικά. Πεθαίνεις
καὶ κοιμάσαι∙ κοιμᾶσαι καὶ μπορεῖ
νὰ ὁνειρευτεῖς — νά τος, ἐδῶ εἴναι ὁ κόμπος:
γιατὶ σ’ αὐτὸν τὸν ὕπνο τοῦ θανάτου
τί ὄνειρα θὰ ἔρθουν ὅταν πιὰ
θά ’χουμε ἀποτινάξει ἀπὸ πάνω μας
τὸ θλιβερὸ κουβάρι τῆς θνητότητας;
Νά τί μᾶς σταματᾶ. Κι ἡ σκέψη αὐτὴ
χαρίζει μιὰ ζωὴ στὴ δυστυχία:
Ποιός θ’ ἄντεχε τὶς πίκρες καὶ τὴ χλεύη,
τὸν καταποντισμὸ τῆς ἡλικίας;
Ποιός θὰ υπέφερε τὴν ἀδικία
τοῦ ἰσχυροῦ, τὸ θράσος τοῦ ἐπηρμένου,
τοὺς πόνους τοῦ ἀναπόδοτου ἔρωτα,
τὴ χαύνωση τοῦ νόμου, τὴν ἀναίδεια
καὶ τὴν αὐθάδεια τῆς ἐξουσίας;
Ποιός ἄξιος, γεμάτος καρτερία,
θ’ ἄντεχε νὰ τὸν φτύνει κάθε ἀνάξιος,
ὅταν μποροῦσε ὁ ἴδιος νὰ ἐξοφλήσει
τὸν κόσμο αὐτὸν μὲ μιὰ γυμνὴ λεπίδα;
Ποιός θὰ τὸ σήκωνε τέτοιο φορτίο,
νὰ ἱδρώνει, νὰ βογκάει κάτω ἀπὸ
τὸ βάρος μιᾶς ζωῆς βαριεστημένης,
ἐὰν αὐτὸς ὁ τρόμος γιὰ ἐκεῖνο
τὸ πέραν τοῦ θανάτου, τὸ μετὰ
(τὴ χώρα τὴν ἀνεύρετη ἀπ’ ὅπου
κανένας ταξιδιώτης δὲν γυρίζει),
δὲν γίνονταν φραγμός στὴ βούλησή μας
καὶ δὲν μᾶς ἔκανε νὰ προτιμᾶμε
τὰ τωρινά μας βάσανα παρὰ
νὰ φύγουμε πρὸς ἄλλα, ἄγνωστά μας.
Κι ἔτσι ἡ συνείδηση μᾶς κάνει ὅλους
δειλούς, κι ἔτσι τὴ φυσικὴ χροιά,
τὴ λάμψη τῆς ἀπόφασης, σκεπάζει
ἡ νοσηρὴ σκιὰ τοῦ στοχασμοῦ,
κι ἔργα ὑψηλά, μεγάλα καὶ σπουδαῖα,
ὅταν βρεθοῦν μπροστὰ σ’ αὐτὴ τὴ σκέψη
ἀναχαιτίζονται καὶ χάνουν τὴν ὁρμὴ τους
χωρὶς νὰ βαπτιστοῦν μέσα στὴν πράξη.'

Ουίλιαμ Σέξπιρ, Άμλετ, μτφρ. Διονύσης Καψάλης, εκδ. Gutenberg

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου