'ἐχούσης γάρ τι τῆς ψυχῆς ἀγαπητικὸν ἐν ἑαυτῇ, καὶ πεφυκυίας, ὥσπερ αἰσθάνεσθαι καὶ διανοεῖσθαι καὶ μνημονεύειν, οὕτω καὶ φιλεῖν, ἐνδύεταί τι τούτῳ καὶ προσφύεται τῶν ἐκτὸς οἷς οἰκεῖον οὐδέν ἐστιν, καὶ καθάπερ οἶκον ἢ χώραν γνησίων ἔρημον διαδόχων τὸ φιλόστοργον ἀλλότριοι καὶ νόθοι παῖδες ἢ θεράποντες εἰσοικισάμενοι καὶ καταλαβόντες, ἅμα τῷ φιλεῖν τὸ φροντίζειν καὶ δεδιέναι περὶ αὐτῶν ἐνεποίησαν. ὥστ’ ἴδοις ἂν ἀνθρώπους στεῤῥοτέρα τῇ φύσει περὶ γάμου καὶ γενέσεως παίδων διαλεγομένους, εἶτα τοὺς αὐτοὺς ἐπὶ παισὶν οἰκοτρίβων ἢ θρέμμασι παλλακῶν νοσοῦσι καὶ θνήσκουσι παρατεινομένους πόθῳ καὶ φωνὰς ἀγεννεῖς ἀφιέντας. ἔνιοι δὲ καὶ κυνῶν θανάτῳ καὶ ἵππων αἰσχρῶς καὶ ἀβιώτως ὑπὸ λύπης διετέθησαν. ἀλλ’ ἕτεροί γε παῖδας ἀγαθοὺς ἀποβαλόντες οὐδὲν ἔπαθον δεινὸν οὐδ’ ἐποίησαν αἰσχρόν, ἀλλὰ καὶ χρώμενοι τῷ λοιπῷ βίῳ κατὰ λόγον διετέλεσαν. ἀσθένεια γάρ, οὐκ εὔνοια, λύπας ἀπεράντους ἐπάγεται καὶ φόβους ἀνθρώποις ἀνασκήτοις ὑπὸ λόγου πρὸς τύχην, οἷς οὐδ’ ἀπόλαυσις ἐγγίνεται τοῦ ποθουμένου παρόντος, τοῦ μέλλοντος ὠδῖνας ἀεὶ καὶ τρόμους καὶ ἀγωνίας, εἰ στερήσονται, παρέχοντος αὐτοῖς. δεῖ δὲ μήτε πενίᾳ πρὸς χρημάτων πεφράχθαι στέρησιν, μήτ’ ἀφιλίᾳ πρὸς φίλων ἀποβολὴν, μήτ’ ἀπαιδίᾳ πρὸς τέκνων θάνατον, ἀλλὰ τῷ λογισμῷ πρὸς πάντα.'

* * *

  'Γιατί η ψυχή μας έχει μέσα της κάτι το αγαπητικό και είναι πλασμένη, όπως αισθάνεται και διανοείται και θυμάται, έτσι και ναι να αγαπάει· γι’ αυτό μπαίνει μέσα της και φυτρώνει στο έδαφος της αγάπης της κάτι απέξω, όταν οι άνθρωποι δεν έχουν κάτι δικό τους να αγαπήσουν, και καθώς ένα σπίτι ή μια γη δίχως απογόνους, έτσι και την αχρησιμοποίητη στοργή την κυριεύουν και την κατοικούν ξένοι και νόθοι και υπηρέτες, που κατάφεραν να κάμουν τους προστάτες τους να τους αγαπούν, να τους φροντίζουν και να φοβούνται, μην τους χάσουν. Γι’ αυτό μπορείς να δεις ανθρώπους να πολεμούν πεισματικά το γάμο και τα παιδιά, κι ύστερα αυτούς τους ίδιους για παιδιά δούλων και θρέμματα εταίρων, που πέθαναν ή αρρώστησαν, να λιώνουν απ’ τον πόνο και να ξεφωνίζουν δίχως μέτρο. Μερικοί μάλιστα και για το θάνατο σκυλιών ή αλόγων δοκίμασαν μια χυδαία και αξεπέραστη λύπη. Απεναντίας άλλοι, κι όταν έχασαν καλά παιδιά, δεν δοκίμασαν τόση δυστυχία, ούτε έκαμαν τίποτε άθλιο, αλλά συνέχισαν τη ζωή τους μέσα στα μέτρα του ορθού λόγου. Γιατί είναι η αδυναμία και όχι η αγάπη που προκαλεί τις απέραντες λύπες και τους φόβους στους ανθρώπους εκείνους που ο ορθός λόγος δεν τους έμαθε να αντιμετωπίζουν σωστά τη μοίρα και δεν μπορούν να χαρούν ό,τι πόθησαν ούτε και όταν είναι παρόν, γιατί το μέλλον τους γεμίζει οδύνες, τρόμους και αγωνίες, μήπως το χάσουν. Αλλά δεν πρέπει να αντιμετωπίζουμε την ενδεχόμενη στέρηση χρημάτων με τη φτώχεια, ούτε το χάσιμο των φίλων με την απομόνωση, ούτε το θάνατο των παιδιών με την ατεκνία, αλλά με τον ορθό λόγο τα πάντα.'


Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Τόμος 1: Σόλων - Ποπλικόλας, μτφρ. Φιλολογική Ομάδα Κάκτου, εκδ. Κάκτος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου