ΤΟ ΟΡΑΜΑ


Τοῦ Κυρίου τὸ χέρι μὲ ἄγγιξε τότε.
Καὶ σὰν ἄνεμος ἦρθε ὁ Κύριος
καὶ μὲ πῆρε – καὶ ἤμουν στὸ μέσον κοιλάδας∙
καὶ τὴν εἶδα γεμάτη ἀνθρώπων ὀστά.
Κι ἀπὸ ἄκρη σὲ ἄκρη μὲ ἔφερνε, κι ἦσαν
παντοὖ κάτω ἀμέτρητα ὀστὰ –
κι ὅλα τόσο ξερά ! Καὶ μὲ ρώτησε :
« Γιὲ τοῦ ἀνθρώπου, θὰ ζούσανε πάλι αὐτὰ τὰ ὀστά ; »
« Ἐσὺ, Κύριε, Κύριε, ξέρεις » τοῦ εἶπα.
Κι εἶπε : « Μίλα γιὰ μένα σ’ αὐτὰ τὰ ὀστά,
πές “ Ὀστὰ ποὺ στεγνώσατε, ἀκοῦστε
τοῦ Κυρίου τα λόγια, προσέξτε τι λέει
στὰ ὀστὰ τοῦτα τώρα ὁ Κύριος :
Τὴν πνοὴ τῆς ζωῆς θὰ σᾶς φέρω, καὶ νεῦρα
θὰ σᾶς πλέξω, καὶ σάρκα θὰ ὑφάνω γιὰ σᾶς,
καὶ θ’ ἁπλώσω ἐπάνω της δέρμα, κι ἀνάσα
θὰ σᾶς δώσω νὰ ζήσετε. Τότε θὰ δεῖτε
τὴν ἀλήθεια : ἐγὼ εἶμαι ὁ Κύριος ” ».
Κι ὅπως πρόσταξε μίλησα. Σείστηκε ὁ τόπος
μὲ τὰ λόγια μου τότε – καὶ ἦρθαν κι ἀρμόστηκαν
τὰ ὀστά, τὸ καθένα μ’ αὐτὸ ποὺ τοῦ ταίριαζε.
Κι εἶδα σάρκα καὶ νεῦρα νὰ φύονται, δέρμα
ν’ ανεβαίνει ἐπάνω τους εἶδα –
μὰ δὲν εἶχαν ἀκόμα πνοή.
« Γιὲ τοῦ ἀνθρώπου », μοῦ εἶπε, « προφήτευσε, μίλησε
στὴν πνοὴ τῆς ζωῆς, πές : “ Ὁ Κύριος λέει :
Μὲ τοὺς τέσσερις ἔλα ἀνέμους – καὶ φύσηξε
στοὺς νεκροὺς τούτους μέσα, νὰ ζήσουν ” ».
Κι ἀφοῦ πρόσταξε, μίλησα. Μέσα τους ἤρθε ἡ πνοὴ
καὶ στὰ πόδια τους στάθηκαν. Ζοῦσαν –
κι ἦσαν γύρω μου πλῆθος ἀμέτρητο.
Καὶ μοῦ εἶπε ὁ Κύριος : « Γιὲ τοῦ ἀνθρώπου,
τὰ ὀστὰ τοῦτα εἶναι ὁ λαὸς τοῦ Ἰσραήλ –
καὶ θρηνοῦν : “ Τὰ ὀστά μας ξεράθηκαν, χάθηκε
κάθε ἐλπίδα, σκορπίσαμε, πάμε χαμένοι ”.
Γι’ αὐτὸ μίλησε, πές τους : “ Ἀκοὖστε ὁ Κύριος
τι σᾶς λέει : Ἀνοίγω τὰ μνήματα,
νὰ σᾶς βγάλω ἀπ’ τὸ μνῆμα ποὺ κείτεστε
καὶ στὴ γῆ τοῦ Ἰσραὴλ νὰ σᾶς φέρω.
Καὶ θὰ δεῖτε πὼς εἶμαι ὁ Κύριος τώρα ποὺ θ’ ἀνοίξω τοὺς τάφους σας
γιὰ νὰ βγεῖ ἀπ’ τὸν τάφο ὁ λαός μου.
Καὶ πνοὴ θὰ σᾶς δώσω νὰ ζήσετε,
θα ’ναι ἡ γῆ σας καὶ πάλι δική σας
καὶ θὰ δεῖτε πὼς εἶμαι ὁ Κύριος, ναί,
κι ὅ,τι εἶπα, ὁ Κύριος λέει, τὸ κάνω ” ».


Ιεζεκιήλ, 37.1-14, μτφρ. Κώστα Φριλίγγος, από το Κουαρτέτο για το Τέλος του Χρόνου [Διαμόρφωση Πρώτη: για την Παράσταση Οστέα Ξηρά Σφόδρα - Περί Μνήμης Θανάτου] του Γιώργου Κοροπούλη, εκδ. Sestina

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου