'Κάποτε, πριν από πολύ, πάρα πολύ καιρό, η γυναίκα του Ανάνσι φύτεψε μπιζέλια σ’ ένα χωράφι. Ήταν τα καλύτερα, τα χοντρότερα, τα πρασινότερα μπιζέλια που είχε δει κανείς. Και να τα ’βλεπες μονάχα, σου έτρεχαν τα σάλια.
   Από την πρώτη στιγμή που ο Ανάνσι είδε τα μπιζέλια, αποφάσισε ότι τα ήθελε. Και δεν ήθελε απλώς μερικά από αυτά, γιατί ο Ανάνσι είχε τεράστια όρεξη. Δεν ήθελε να τα μοιραστεί. Τα ήθελε όλα.
   Κι έτσι ο Ανάνσι ξάπλωσε στο κρεβάτι του κι αναστέναξε, βαριά και μακρόσυρτα, και η γυναίκα του και οι γιοι του ήρθαν στο πλευρό τρέχοντας.  «Πεθαίνω», είπε ο Ανάνσι, με μια αχνούτσικη, ξεψυχησμένη φωνούλα, «σβήνει το κεράκι της ζωής μου».
   Μόλις τον άκουσαν, η γυναίκα του και οι γιοι του άρχισαν να κλαίνε με μαύρο δάκρυ.
   Με εκείνη την αδυναμούτσικη φωνούλα, ο Ανάνσι λέει: «Εδώ, στο νεκροκρέβατό μου, θέλω να μου υποσχεθείτε δύο πράγματα».
   «Ό,τι θέλεις, ό,τι θέλεις», λένε η γυναίκα του και οι γιοι του.
   «Πρώτα, θέλω να μου υποσχεθείτε ότι θα με θάψετε κάτω από το μεγάλο δέντρο.»
   «Εκείνο το αρτόδεντρο στο χωράφι με τα μπιζέλια;» ρωτάει η γυναίκα του.
   «Ναι, εκείνο εννοώ», λέει ο Ανάνσι. Μετά, πάλι μ’ εκείνη την ισχνούτσικη φωνούλα, λέει: «Και θέλω να μου υποσχεθείτε και κάτι άλλο. Να μου υποσχεθείτε ότι, ως φόρο τιμής, θα ανάψετε μια μικρή φωτιά μπροστά στον τάφο μου. Και για να δείχνετε ότι δεν μ’ έχετε ξεχάσει, εκείνη τη φωτίτσα θα πρέπει να την έχετε διαρκώς αναμμένη και να φροντίζετε να μη σβήσει ποτέ».
   «Θα κάνουμε ό,τι ζητάς! Ό,τι ζητάς!» είπαν η γυναίκα και τα παιδιά του Ανάνσι, με κλαυθμούς και οδυρμούς.
   «Και δίπλα στη φωτίτσα, ως ένειξη σεβασμού και αγάπης, θέλω να βάλετε ένα μικρούτσικο τσουκάλι, γεμάτο με αρμυρό νερό, για να θυμίζει σ όλους σας τα καυτά, αλμυρά δάκρυα που χύσατε καθώς με βλέπατε να ψυχορραγώ».
   «Θα κάνουμε ό,τι θέλεις! Ό,τι θέλεις!» είπαν με αναφιλητά, κι ο Ανάνσι έκλεισε τα μάτια και σταμάτησε ν’ αναπνέει.
   Έτσι, πήραν τον Ανάνσι και τον κουβάλησαν ως το μεγάλο αρτόδεντρο, δίπλα στο χωράφι με τα μπιζέλια, και τον έθαψαν σε ένα βαθύ λάκκο, και μπροστά στον τάφο άναψαν μια μικρή φωτιά κι έβαλαν κι ένα τσουκάλι πλάι της, γεμάτο με αλμυρό νερό.
   Ο Ανάνσι περιμένει μες στον τάφο όλη μέρα, μα σαν πέφτει η νύχτα βγαίνει απ’ το λάκκο, πάει στο χωράφι και μαζεύει τα χοντρότερα, γλυκύτερα, ωριμότερα μπιζέλια. Τα βάζει στο τσουκάλι, λοιπόν, τα βράζει, και τα χλαπακιάζει, μέχρι που η κοιλιά του πρήστηκε και τσίτωσε σαν δέρμα τύμπανου.
   Και μετά, προτού χαράξει, ξαναχώνεται κάτω απ το χώμα, και απομακρύνεται. Κοιμάται την ώρα που η γυναίκα του και οι γιοι του ανακαλύπτουν ότι λείπουν τα καλύτερα μπιζέλια· κοιμάται όταν βλέπουν το τσουκάλι αδειανό και το ξαναγεμίζουν με αλμυρό νερό· κοιμάται όση ώρα θρηνούν το χαμό του.
   Κάθε βράδυ ο Ανάνσι βγαίνει από τον τάφο του, χορεύει και χαίρεται που είναι τόσο έξυπνος, και κάθε βράδυ γεμίζει το τσουκάλι με μπιζέλια, και μετά γεμίζει την κοιλιά του με μπιζέλια και τρώει μέχρις ότου δεν μπορεί να φάει τίποτα άλλο.
   Περνάνε μέρες, και η οικογένειά του Ανάνσι όλο και λεπταίνει, γιατί όσα μπιζέλια ωριμάζουν τη μέρα, το βράδυ τα μαζεύει ο Ανάνσι, και η γυναίκα του και οι γιοι του δεν έχουν τίποτα να φάνε.
   Η γυναίκα του Ανάνσι κοιτάζει τα αδειανά πιάτα και λέει στους γιους της: «Τι θα ’κανε ο πατέρας σας;»
   Οι γιοι της, σκέφτονται και ξανασκέφτονται, και φέρνουν στο νου τους κάθε ιστορία που τους είχε διηγηθεί ο Ανάνσι. Και μετά πηγαίνουν στους πισσόλακκους, κι αγοράζουν μερικές δεκάρες πίσσα, αρκετή για να γεμίζουν τέσσερις μεγάλους κουβάδες, και πάνε με την πίσσα στο μπιζελοχώραφο. Εκεί, στο κέντρο του χωραφιού, φτιάχνουν με την πίσσα το ομοίωμα ενός άντρα: πρόσωπο από πίσσα, μάτια από πίσσα, χέρια από πίσσα, δάχτυλα από πίσσα, σώμα κατράμι και κορμοστασιά περήφανη σαν του ίδιου του Ανάνσι.
   Εκείνο το βράδυ, ο γερο-Ανάνσι, πιο παχύς από ποτέ, βγαίνει ανυπόμονος απ τον τάφο, πλαδαρός και χαρούμενος, με το στομάχι πρησμένο σαν μπαλόνι, και μπαίνει στο μπιζελοχώραφο.
   «Ποιος είσαι εσύ;» λέει στον πισσάνθρωπο.
   Ο πισσάνθρωπος δεν του λέει λέξη.
   «Αυτό το μέρος είναι δικό μου», λέει ο Ανάνσι στον πισσάνθρωπο. «Αυτό το μπιζελοχώραρο είναι δικό μου. Αν θες το καλό σου, καλά θα κάνεις να φύγεις».
   Ο πισσάνθρωποος δεν του λέει λέξη, δεν το κουνάει ρούπι.
   «Ήμουν, είμαι και θα είμαι ο πιο δυνατός, ο πιο τρανός, ο πιο ισχυρός», λέει ο Ανάνσι στον πισσάνθρωπο. «Είμαι πιο άγριος από το Λιοντάρι, πιο γρήγορος από τον Πάνθηρα, πιο δυνατός απ’ τον Ελέφαντα, πιο τρομακτικός απ’ τον Τίγρη». Φουσκώνει από περηφάνια για τη δύναμή του και τη σκληρότητά του, και ξεχνάει ότι ήταν μόλις μια μικρή αραχνούλα. «Τρέμει», λέει ο Ανάνσι. «Τρέμει και βαλ’ το στα πόδια».
   Ο πισσάνθρωπος ούτε άρχισε να τρέμει ούτε το ’βαλε στα πόδια. Για να πούμε την αλήθεια, έμεινε εντελώς ασάλευτος.
   Κι έτσι ο Ανάνσι τον χτυπάει.
   Και η γροθιά του κολλάει γερά στην πίσσα.
   «Άφησε το χέρι μου», λέει στον πισσάνθρωπο. «Άφησε το χέρι μου, γιατί θα σου δώσω μια στα μούτρα».
   Ο πισσάνθρωπος δεν λέει λέξη και δεν το κουνάει ρούπι, κι έτσι ο Ανάνσι του χώνει μια κατάμουτρα.
   «Λοιπόν», λέει ο Ανάνσι, «άσε τ αστεία. Και να μη μου αφήσεις τα χέρια, έχω άλλα τέσσερα χέρια, και δύο γερά πόδια, και δεν μπορείς να τα κρατήσεις όλα, γι αυτό άσε με τώρα και θα φανώ επιεικής μαζί σου».
   Ο πισσάνθρωπος, βέβαια, δεν αφήνει τα χέρια του Ανάνσι και δεν λέει κουβέντα, κι έτσι ο Ανάνσι τον χτυπάει μ όλα του τα χέρια, και μετά τον κλοτσάει με τα πόδια του.
   «Λοιπόν», λέει ο Ανάνσι. «Ή μ αφήνεις να φύγω ή σε δαγκώνω». Η πίσσα γεμίζει το στόμα του, καλύπτει τη μύτη του και το πρόσωπό του.
   Να, λοιπόν, πώς βρίσκουν τον Ανάνσι το επόμενο πρωί, όταν η γυναίκα του και οι γιοι του πηγαίνουν στο μπιζελοχώραφο και στο γέρικο αρτόδεντρο: κολλημένο στον πισσάνθρωπο, και πεθαμένο ως εκεί που δεν παίρνει.
   Δεν ξαφνιάστηκαν που τον είδαν έτσι.
   Εκείνο τον καιρό, τον Ανάνσι τον έβρισκες διαρκώς σε παρόμοια κατάσταση.'

Νιλ Γκάιμαν, Οι Γιοι του Ανάνσι, μτφρ. Βασίλης Μπαμπούρης, εκδ. Οξύ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου