'Γλυκειὰ εἶναι ἡ γεύση τῆς ζωῆς· πικρὴ ὅμως εἶναι ἡ ἀπόγευσή της. Κανένας δὲν γελάει τελευταῖος· ὁ τελευταῖος φεύγει θρηνώντας. Καὶ ὅταν ἡ ἀνηλεὴς ἡμέρα ἐπιπέσει σὲ παλιὰ κεφαλή, τοῦτο ἔρχεται ὡσὰν ἀναμενόμενος καρπὸς περασμένης ἀνθοφορίας. Πῶς, ὅμως, νὰ δεχτεῖς ὡς ἀνελέητη ἡμέρα τὴν πιὸ φωτερὴ ἠμέρα τῆς ἀνοίξεως τῆς ζωῆς; Γιατί τόσο ἀσήκωτο κακὸ καταμεσῆς τῆς εὐδίας τοῦ κόσμου;
   Πολλὰ σημαντικὰ συμβαίνουν γύρω μας. Καὶ βρίθουν τὰ συμβαίνοντα ὰπὸ ἐμπράγματο φόρτο. Καὶ ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος εἶναι φορτία περισσῆς πραγματικότητας. Καὶ ὄμως ἀφανίζονται σὰν τὴν πρωϊνὴ ἀχλύ. Καὶ τὸ ἐρώτημα αἰωρεῖται ἀναπάντητο εἰς τὸν αἰώνα.
   Ἴσως ἔτσι κερδίζεται ἡ αἰώνια παιδικότητα. Τὸ ἄφωνο δέος μετασχηματίζεται σὲ μεταθανάτια χαρμονή, έπειδὴ διασώθηκε ἡ παιδικότητα τοῦ κόσμου. Διότι ἡ αἰωνιότητα εἲναι ἡ παιδικότητα· ἕνα ἔκπαγλο ἄνθος στὸν ξερό βράχο τοῦ κόσμου, χωρὶς ἐρώτημα, δίχως ἀπάντηση, μιὰ εὐλογία βαθειά, τρίσβαθη, ἀκαταμέτρητη.
   Ἴσως. Καὶ ὄμως, ἡ εὐλαβικὴ σκιὰ τοῦ ἀγαπημένου, χαμένη σὲ μάκρος ὀνείρου, τυραννεῖ τὴ μνήμη, ὤσπου καὶ τούτη νὰ πετρώσει καὶ νὰ μείνει σῆμα ἐς ἀεί· μιὰ στήλη ἀλάθευτης μαρτυρίας, σὰν τὶς στῆλες τοῦ Κεραμεικοῦ. Ὅταν ὁ πόνος μαρμαρώσει, ἀντιμάχεται τὸν χρόνο καὶ ἀκινητεῖ ὡσὰν τρόπαιο τοῦ νοήματος καὶ ὡσὰν ἀποτρόπαιο τοῦ μηδενός, ποὺ ἐλλοχεύει.
   Ἡ μνήμη τοῦ μικροῦ ἀδελφοῦ, μὲ τὶς γαλάζιες ἡμέρες τοῦ παιδικοῦ θρύλου καὶ μὲ τὶς ἀνελέητες ἡμέρες τοῦ σπαραγμοῦ. Οἱ χωρισμοὶ ἀρχίζουν ἀπὸ πολύ νωρίς, ἀπὸ τὸν ὄρθρο ἀκόμη τῆς ζωῆς. Καὶ ὅταν ὁ χωρισμὸς εἶναι ριζικὸς καὶ τελεσίδικος, ἀπλώνει τὸν ἴσκιο του σὲ ὅλες τὶς κατοπινὲς χαρὲς, ποὺ πλούσια συγκομίζει ἡ ζωή, καθὼς καταφθάνει πληθωρικὴ καὶ ἀμέριμνη. Χωρὶς τὸν ἴσκιο αὐτοῦ τοῦ τέλους θὰ ἐπαιρόταν ἡ ζωὴ ὡς ἀτελεύτητη. Ἐνῶ στῆς αἰωνιότητας τὰ σπλάχνα εἶναι βυθισμένο ἤδη τὸ ξίφος τοῦ θανάτου.
   Καθὼς ἡ ζωὴ εἰσορμᾶ τροπαιοφόρα ἀπὸ ὅλες τὶς πύλες, ἀπὸ πύλη ἀφύλαχτη εἰσορμᾶ καὶ ὁ θάνατος. Καὶ στοῦ κόσμου τὸ πανηγύρι συνορχεῖται καὶ ὁ χάροντας. Καὶ λαχαίνει σὲ χαρωπὲς φωνὲς νὰ ἀποσβολωθοῦν αἰφνίδια. Καὶ συμβαίνει σὲ ματάκια διάφανα ἀπὸ γαλανὸ οὐρανὸ νὰ πέσει ἡ νύχτα. Καὶ ὁ λόγος ξεμένει πίσω ἀνήμπορος, πελιδνός.
   Θεέ μου, λύσε με ἀπὸ τὸ μυστήριο τοῦτο τῆς χαρᾶς καὶ τῆς ὀδύνης, ἀπὸ τὸ μάγεμα τοῦτο ποὺ ποὺ στὰ δίχτυα του ἔχω ἐμπλακεῖ, απὸ τὸ αἴνιγμα τοῦτο τὸ ἄλυτο καὶ τὸ ἀξεδιάλυτο εὶς τὸν αἰώνα.'

Χρίστος Μαλεβίτσης, Ο Έγκοπος Λόγος. Φιλοσοφία και Θρησκεία, εκδ. Αρμός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου