'Ανακάλυψαν πως ήταν πιο μακριά απ’ ό,τι είχαν υπολογίσει. Το έδαφος εξακολουθούσε ν’ ανηφορίζει απότομα και γινόταν όλο και πιο βραχώδες. Το φως όλο και δυνάμωνε όσο προχωρούσαν και γρήγορα είδαν ένα βραχότοιχο μπροστά τους: η πλαγιά ενός λόφου ή το απότομο τέλος κάποιας μεγάλης ρίζας που είχαν βγάλει τα μακρινά βουνά. Πάνω του δε φύτρωναν δέντρα και ο ήλιος έπεφτε σχεδόν κάθετα στο πέτρινο μέτωπό του. Τα κλαδάκια των δέντρων στη βάση του απλώνονταν προς τα έξω μουδιασμένα και ακίνητα, λες και γύρευαν τη ζεστασιά. Εκεί όπου όλα έδειχνα τόσο παλιά και γκρίζα λίγο πριν, τώρα γυάλιζαν με ζεστά καφετιά χρώματα και τα λεία μαυρόγκριζα χρώματα των κορμών έμοιαζαν με καλογυαλισμένο δέρμα. Οι κορμοί των δέντρων έλαμπαν πράσινοι σαν φρέσκο γρασίδι: η πρώιμη άνοιξη, ή μια φευγαλέα οπτασία της, τους κύκλωνε.'

  'Ενιωθες σαν να υπήρχε ένα τεράστιο πηγάδι στο βάθος τους, γεμάτο μέχρι πάνω με αναμνήσεις αιώνων, το αποκρυστάλλωμα μακριάς, αργής, σταθερής σκέψης αλλά η επιφάνειά τους σπίθιζε από ζωντάνια: σαν τον ήλιο που λαμπυρίζει στα εξωτερικά φυλλώματα ενός θεόρατου δέντρου ή τις ρυτιδώσεις μιας πολύ βαθιάς λίμνης. Δεν ξέρω, αλλά ένιωσα σαν κάτι που φύτρωνε στη γη – κοιμισμένο, θα ’λεγες, ή που ένιωθε απλώς σαν κάτι ανάμεσα σε ακρόρριζο και ακρόφυλλο, ανάμεσα στη βαθιά γη και τον ουρανό – να είχε ξαφνικά ξυπνήσει και να σε εξέταζε με την ίδια αργή φροντίδα που αφιέρωνε στις δικές τους εσωτερικές υποθέσεις χρόνια ατελείωτα.'


Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν, Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών: Οι Δύο Πύργοι, μτφρ. Ευγενία Χατζηθανάση-Κόλλια, εκδ. Κέδρος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου