'Ἡ σκηνὴ ἀνοίγει μὲ ἕνα χορὸ γυναικῶν, μετὰ ἕνα χορὸ ψυχῶν, ποὺ δεν ἔζησαν ποτὲ ἀλλὰ ποὺ θὰ ἤθελαν πολὺ νὰ ζήσουν. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ χοροὶ τραγουδοῦν γιὰ κάτι τὸ πολὺ ἀπροσδιόριστο, κατὰ τὸ πλείστον γιὰ μιὰ κατάρα, ἀλλὰ μὲ ἀποχρώσεις ὑψηλοῦ χιοῦμορ. Ὅμως ἡ σκηνὴ αἴφνης ἀλλάζει, καὶ ἔχουμε μιὰ «Γιορτὴ τῆς ζωῆς», στὴν ὁποία τραγουδοῦν ἀκόμα καὶ τὰ ἔντομα, ἐμφανίζεται μιὰ χελώνα μὲ κάτι λατινικές ἱερὲς ρήσεις, καὶ μάλιστα, ἄν θυμᾶμια καλά, κάτι τραγουδάει κι ἕνα ὀρυκτό, ἤτοι ἕνα ἀντικείμενο ἀπολύτως ἄψυχο. Γενικῶς, ὅλοι ἄδουν ἀσταμάτητα, κι ὅταν μιλᾶνε εἶναι γιὰ νὰ βριστοῦν ἀόριστα κάπως, ἀλλὰ καὶ πὰλι μὲ άποχρώσεις βαθυστόχαστες. Τελικὰ, ἡ σκηνὴ ἀλλάζει καὶ πάλι, κι ἐμφανίζεται ἕνα ἄγριο μέρος, ὅπου περικυκλωμένος ἀπὸ βράχια περιφέρεται ἕνας πολιτισμένος νεαρὸς ἄνδρας, ὁ ὁποῖος κόβει και πιπιλάει κάτι χορτάρια καὶ στὴν ἐρώτηση τῆς νεράιδας γιατὶ πιπιλάει αὐτὰ τὰ βότανα ἀποκρίνεται ὅτι, νιώθοντας μέσα του ἕνα πλεόνασμα ζωῆς, ψάχνει τὴ λήθη καὶ τὴ βρίσκει στοὺς χυμοὺς αὐτῶν τῶν βοτάνων, ὅμως ἡ κύρια ἐπιθυμία του εἶναι νὰ χάσει τὸ συντομότερο δυνατὸν τὸ μυαλό του (ἐπιθυία περιττὴ, ἴσως). Καὶ τότε μπαίνει ἕνας νεαρὸς ἀπερίγραπτης ὀμορφιᾶς, πάνω σὲ μαῦρο ἄλογο, καὶ πίσω του ἀκολουθοῦν ἕνα τρομαχτικὸ πλῆθος λαῶν. Ὁ νεαρὸς ἀπεικονίζει τὸ θάνατο, κι οἱ λαοὶ διψοῦν γι᾽αὐτον. Καὶ, τέλος, στὴν τελευταία πιὰ σκηνή, ἐμφανίζεται αἴφνης ὁ Πύργος τῆς Βαβέλ, κάτι ἀθλητικοὶ τύποι ὁλοκληρώνουν τελικά τὸ χτίσιμό του, τραγουδώντας τὸν ὕμνο τῆς νέας ἐλπίδας κι ὅταν πιὰ τὸν ἕχουν τελειώσει μέχρι πάνω, ὁ κάτοχός του, ἄς ὑποθέσουμε ὁ ἄρχοντας τοῦ Ὀλύμπου, τὸ σκάει κωμικά, καὶ ἡ ἀνθρωπότητα ποὺ ἔχει ξυπνήσει πιὰ, καταλαμβάνοντας τὴ θέση του, ἀρχίζει ἀμέσως καινούργια ζωὴ μὲ καινούργια προσέγγιση στὰ πράγματα.'



Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Οι Δαιμονισμένοι, μτφρ. Ελένη Μπακοπούλου, εκδ. Ινδικτος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου