ΜΕ ΓΡΑΜΜΑ ΚΑΙ ΡΟΛΟΙ

Κερί,
να σφραγιστεί το άγραφο,
που μάντεψε
το όνομά σου
που αποκρυπτογραφεί
το όνομά σου.

Θα έρθεις, επιτέλους, πλεούμενο φως;

Δάχτυλα, κερωμένα κι αυτά,
τραβηγμένα μέσα από ξένα,
πονεμένα δαχτυλίδια.
Σαν το κερί λιώνουν τα άκρα τους.

Θα έρθεις, πλεούμενο φως;

Κενές από χρόνο οι κερήθρες του ρολογιού,
γαμήλιο το σμάρι των μελισσών,
έτοιμο για ταξίδι.

Έλα, πλεούμενο φως.

* * *

ΚΑΤΩ


Επαναπατρισμένος στη λήθη
ο φιλικός διάλογος
των αργών ματιών μας.

Επαναπατρισμένος συλλαβή τη συλλαβή,
              Κατανεμημένος
στα τυφλωμένα από τη μέρα ζάρια,
που τα αρπάζει το χέρι του παίχτη, μεγάλο,
μέσα στην αφύπνιση.

Και το άγαν του λόγου μου:
Στοιβαγμένο στον μικρό κρύσταλλο
μέσα στο σχήμα της σιωπής σου.

* * *

ΚΗΛΙΔΑ


Κηλίδα στο μάτι:
μεσοστρατίς τα βλέμματα
αντικρίζουν το αφανισμένο.
Ένα Ποτέ υφασμένο με την πραγματικότητα,
επιστρέφει και πάλι.

Δρόμοι, μισοί – και οι πιο μακρινοί.

Νήματα που πάνω τους βάδισαν ψυχές,
γυάλινο ίχνος,
τυλιγμένο ανάποδα,
και τώρα
από το Μάτι-Εσύ στο απλανές
αστέρι πάνω από σένα
με λευκά πέπλα σκεπασμένα.

Κηλίδα στο μάτι:
για να διατηρηθεί
ένα σημάδι φερμένο από το σκοτάδι,
ζωογονημένο από την άμμο (ή τον πάγο;) ενός αλλότριου
χρόνου για ένα πιο αλλότριο Πάντα
και χορδισμένο σαν ένα βουβό
σύμφωνο που δονείται.

* * *

ΚΛΙΝΗ ΧΙΟΝΙΟΥ


Μάτια, τυφλά απέναντι στον κόσμο, μέσα στη νε-
            κρική χαράδρα: έρχομαι,
με βλάστηση τραχιά στην καρδιά.
Έρχομαι.

Σεληνιακό κάτοπτρο ο απόκρημνος τοίχος. Πτώση.
(Λάμπα θυέλλης λεκιασμένη από την ανάσα. Σκόρπιο αίμα.
Ψυχή που σχηματίζει σύννεφα, παίρνει ξανά μορφή.
Δεκαδακτυλικές σκιές – συνδεδεμένες.)

Μάτια τυφλά απέναντι στον κόσμο,
μάτια μέσα στη νεκρική χαράδρα,
μάτια μάτια:

Η κλίνη χιονιού κάτω από εμάς τους δυο, η κλίνη χιονιού.
Κρύσταλλος τον κρύσταλλο,
πλεγμένοι στα βάθη του χρόνου, πέφτουμε,
πέφτουμε και πλαγιάζουμε και πέφτουμε.
Και πέφτουμε:
Ήμασταν. Είμαστε.
Είμαστε σάρκα μία με τη νύχτα.
Μέσα στους διαδρόμους, στους διαδρόμους.

* * *

ΜΑΚΡΙΑ


Αφωνία, και πάλι, ευρύχωρο, ένα σπίτι -:
έλα, πρέπει να το κατοικήσεις.

Ώρες, κλιμακωτές, όμορφες σαν κατάρα: προσιτό
το άσυλο.

Οξύτερος από ποτέ ο αέρας που απέμεινε: πρέπει
             να αναπνέεις,
να αναπνέεις, και να είσαι εσύ.

* * *

ΕΝΑ ΜΑΤΙ, ΑΝΟΙΧΤΟ


Ώρες μαγιόχρωμες, δροσερές.
Αυτό που δεν μπορεί πια να ονομαστεί, καυτό,
μπορεί να ακουστεί στο στόμα.

Κανενός φωνή, ξανά.

Οδυνηρό βάθος της κόρης του ματιού:
το βλέφαρο
δεν στέκεται εμπόδιο, το ματόκλαδο
δεν μετρά αυτό που μπαίνει.

Τα δάκρυα, μισά,
ο οξύτερος φακός, ζωηρός,
σου φέρνει τις εικόνες.



Πάουλ Τσέλαν, Γλωσσικό Πλέγμα, μτφρ. Ιωάννα Αβραμίδου, εκδ. Άγρα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου