'Τα χείλη του, μισάνοιχτα, άγγιξαν τα δικά μου και το χέρι του μετακινήθηκε πιο ψηλά, ψηλαφώντας το τρυφερό δέρμα της κοιλιάς μου, εντοπίζοντας μικρές κοιλότητες στους μηρούς και τα οπίσθιά μου, ενώ εγώ, χάνοντας το μυαλό μου, ανασήκωσα τη λεκάνη μου σαν λυγισμένο τόξο, ανυπομονώντας να γευτώ για άλλη μια φορά την ανακουφιστική πλημμύρα που θα με απολύτρωνε.
   Πέρα από τα όρια του εαυτού μου, υπήρχα μόνο στο φιλί, στη διπλή απόλαυση που μου χάριζε το χέρι του και το σκληρό του όργανο, στις άκρες των δαχτύλων που, με κινήσεις ανεπαίσθητες, έδιωχναν τα μαργαριτάρια του ιδρώτα που το σώμα μου γεννούσε στο ντελίριό του, και, πάνω απ’ όλα, στη φρενίτιδα που κατέκλυζε το κέντρο της ύπαρξής μου. Τα δάχτυλά του, έμπειρα στην αφή, άνοιξαν απότομα μέσα μου σαν ψαλίδια, πλημμυρίζοντας το παρθενικό μου σώμα με πόνο κι ηδονή μέχρι τη στιγμή που, χωρίς να το περιμένω, με τη φούστα σηκωμένη πάνω απ’ τη μέση και το κάτω μέρος του κορμιού αφημένο στη θέλησή του, το αντρικό του μέλος, σκληρυμένο κι ανυπόμονο, παραβίασε την θυσανωτή πύλη και με άπληστες κινήσεις έφτασε στην κορύφωση. Το σώμα του, άκαμπτο, με είχε καρφώσει σαν ακόντιο κι έμοιαζε να με σκίζει στα δύο. Η έντασή στους μηρούς μου έσβησε μονομιάς. Τα τεντωμένα μου σκέλια συσπάστηκαν για μια στιγμή κι έπειτα αναπαύτηκαν στη γη σαν μίσχοι κάποιου εξωτικού φυτού. Η έντονη προσήλωσή μου χάθηκε κι η ανακούφιση κύλησε σαν αισθησιακή λάβα στα μπούτια μου.'

  'Για μερικά λεπτά αγγίζαμε ο ένας τον άλλον με τα τεντωμένα μας σώματα, τα χείλη μας κολλημένα μαζί, με το δεξί του χέρι να χαϊδεύει την εκτεθειμένη σάρκα του μηρού μου. Ύστερα γλίστρησε τα χέρια του προς τα κάτω, έπειτα τα ανέβασε πάλι προς τη φούστα μου, προς την μαλακιά καμπύλη του πισινού μου μέχρις ότου, με ένα χέρι σε κάθε γλουτό, με έσπρωξε προς το φύλο του. Με όλο το βάρος του κορμιού μου να ισορροπεί στις παλάμες του, έχωσα τη γλώσσα μου βαθιά μέσα στο στόμα του, ενώ την ίδια στιγμή σήκωσα τα πόδια μου και τα τύλιξα γύρω από τη μέση του. Σ’ αυτή τη στάση με κουβάλησε προς το κάθισμα της λεκάνης όπου και κάθισε, απελευθερώνοντας το φύλο του με μία επιδέξια κίνηση, και με χαμήλωσε, μέχρις ότου ένιωσα τα σωθικά μου να σκίζονται από τη δύναμη του ερεθισμού του. Τέτοια ήταν η ένταση της επιθυμίας μου, τόσο δυνατή η πίεση των ποδιών μου, ώστε μπήκε αμέσως μέσα μου μέχρι τέρμα, διαπερνώντας με. Σ’ αυτή τη στάση, με τα μακριά ξανθά μαλλιά μου να είναι πεσμένα μπροστά στα μάτια μου, άρχισα να κουνιέμαι μπρος πίσω μανιωδώς με όλη τη δύναμη του κορμιού μου. Αυτό που είχε ξεκινήσει σαν ακαθόριστος επιτακτικός παλμός στα λαγόνια μου, τώρα συγκεντρώθηκε σαν διαπεραστική ηδονή μέσα μου και εξερράγη, φέρνοντας μια απολαυστική διάλυση σε κάθε σημείο της σάρκας μου. Ταυτόχρονα, τα νεύρα μου κατέγραψαν τις τελευταίες εκστατικές δονήσεις της δυνατής λόγχης που με είχε καρφώσει. Οι μηροί κου έτρεμαν και ήταν υγροί ακόμα από τη σύγκρουση της σάρκας μας, ενώ ανάμεσα στα μαλακά νεανικά μου οπίσθια οι μεταξένιες τριχούλες μου ήταν ακόμα μπερδεμένες με τις δικές του, στάζοντας ένα υγρό όμοιο με τον πλούσιο χυμό των λουλουδιών. Τα έμπειρα δάχτυλά του ανίχνευαν την πλάτη μου κεντώντας την με λεπτεπίλεπτα σχέδια, ενώ το αποκαμωμένο μου κορμί, πεσμένο πάνω του, βαριανάσαινε.'

  'Όταν ένας άντρας έρθει σε επαφή με τη θερμή χρυσαλλίδα που είναι μια γυναίκα, αυτή η ταύτιση των κινήσεων, οι κοινές ηδονές, μπορούν να γίνουν πάνω σε διάφορους άξονες. Σπαρταρίσαμε αντάμα πάνω σε καυτά κύματα οργασμών, τρέμοντας, τρεμουλιάζοντας, στριφογυρίζοντας, τα σώματά μας ανακατεύονταν, γλιστρούσαν, γοφοί, ώμοι, στόματα, ένα στόμα που φιλάει μια κοιλιά, ένα στήθος που βρίσκεται ανάμεσα σε οπίσθια, μέχρι που, μετά από μια ώρα έξαλλου έρωτα, φτάσαμε στην τελική φάση, ποθώντας ο καθένας τη στιγμή της κορύφωσής του. Κοιτώντας ανάμεσα απ’ τα στήθη μου, κάτω, πέρα απ’ τη σφιχτή μου κοιλιά, έβλεπα το λαίμαργο και στητό αντρικό μέλος, από το οποίο αντλούσα ηδονή. Περιστρεφόμουν αργά καθισμένη στους γλουτούς μου ενώ ο άντρας, που η λευκότητά του ερχόταν σε αντίθεση με το μαύρο τρίχωμά του, καθόταν ανάσκελα ολόγυμνος, κάτω από μένα. Τα χέρια του ακουμπούσαν τα λαγόνια μου, οδηγώντας με να βιαστώ. Το μεγάλο σιδερένιο κρεβάτι, αυτό το καταφύγιο των ερωτικών μας μαρτυρίων, έτριζε κάτω απ’ το βάρος μας, καθώς η λόγχη του άντρα, γυαλίζοντας από την ασημένια υγρασία του πάθους μου, και η δική μου απαλή πτυχή συναντιόντουσαν ξανά και ξανά, απομακρύνονταν για λίγο και ξαναενώνονταν στην επόμενη βαθύτερη εισχώρηση. Σύντομα τα χέρια του απομακρύνθηκαν απ’ τα λαγόνια μου και οι σφιγμένες του γροθιές γλίστρησαν κάτω απ’ τους δικούς μου γλουτούς, κάνοντας τον φαλλό του να εισχωρήσει ακόμα βαθύτερα στο καταφύγιό μου. Αυτή η τελευταία απότομη κίνηση, που το σώμα μου την ερμήνευσε σαν σημάδι της επερχόμενης κορύφωσής του, έκανε κάθε μόριο του κορμιού μου να πλημυρίσει με τους χυμούς της ερωτικής έκστασης. Σηκώθηκα για μια τελευταία φορά, τεντώνοντας τους μηρούς μου που έσταζαν και κατέβασα με όλη μου τη δύναμη το κορμί μου πάνω στο αμβλύ του όργανο που ξεχείλιζε σαν πίδακας, οδηγώντας με στο ντελίριο του οργασμού.
   Εκείνη τη στιγμή με ξάπλωσε κι ήρθε πάνω μου. Ένιωσα τις τρίχες του στήθους του σαν ηλεκτροφόρα σύρματα να ακουμπούν τα στήθη μου, ενώ η άπληστη κοιλιά μου έκανε ένα σπασμό, λες και ήθελε να τον ρουφήξει ολόκληρο. Τα ρίγη στους καρπούς, τα πλευρά και τις γάμπες μου συνεχίστηκαν για κάμποσο κάτω απ’ τη γλυκιά ασφυξία που συνέχισα να νιώθω κάτω απ’ το βάρος του.'

  'Το όργανό του είχε σκληρύνει τόσο που παραβίασε μεμιάς το τρίχωμα που περιέβαλλε την απαλή μου σχισμή που τον καλοδέχτηκε. Τρελή από πάθος για κείνον, ύψωσα το κάτω μέρος του κορμιού μου για να επισπεύσω την επαφή που ακολούθησε ευθύς αμέσως, ενώ ο εραστής μου σήκωνε τα γόνατά μου ψηλότερα με τα χέρια του. Γονάτισε κι αρπάζοντάς με από τα οπίσθια, έφερε τους μηρούς μου προς το μέρος του, κρύβοντας το πρόσωπό του στο τριχωτό μου καταφύγιο, ενώ η γλώσσα του βυθιζόταν βαθιά στον υγρό μου κόλπο. Μείναμε σ’ αυτή τη θέση για κάμποσο, με το στόμα του να εξερευνά τα απόκρυφα σημεία μου και τις παλάμες του, σαν αστερίες, να υποβαστάζουν τα στιλπνά μου οπίσθια, σπρώχνοντάς τα προς το μέρος του για να βοηθήσει τη διείσδυση. Ύστερα, το στόμα του σταμάτησε το καθήκον του κι ανάμεσα στους ερεθισμένους μου μηρούς υπήρξε μια ακόλαστη αναζήτηση για την ανακάλυψη αυτού του μικρού αμέθυστου που βρισκόταν ανάμεσά τους. Στο μεταξύ, τα δάχτυλά του συνέχισαν να χαϊδεύουν, πλησιάζοντας αυτή τη νέα πηγή της ηδονής κι ένιωσε τις άκρες τους να παίζουν με αβρότητα με τον μυώδη δακτύλιο, που, όπως συνειδητοποίησα με ανυπομονησία, σύντομα θα τον διαπερνούσε η ενσάρκωση του ανδρισμού του. Καθώς τα ακροδάχτυλά του ανίχνευαν την περιοχή, έσφιγγα και χαλάρωνα διαδοχικά τους μύες που έκαναν το σημείο να διαστέλλεται και να συστέλλεται με πάθος. Βλέποντας αυτές μου τις κινήσεις, έχωσε μέσα μου τον αντίχειρά του με απρόσμενη βαρβαρότητα. Για μια στιγμή έμεινα ακίνητη, νιώθοντας την παρουσία της σάρκας του μέσα στη δική μου. Μια αιχμηρή πρόγευση με κατέλαβε. Έπειτα, με προσοχή, σφίγγοντας και χαλαρώνοντας ξανά, άρχισα να νιώθω την αίσθηση που θα επακολουθούσε. Όταν είδε την αντίδρασή μου, τράβηξε τον αντίχειρά του και με γύρισε μπρούμυτα. Με το πρόσωπό μου μέσα στα μαξιλάρια, σφάλισα τα μάτια μου. Επικρατούσε σιωπή. Ο πόθος για τη γνώση αυτού του καινούργιου πόνου που θα με έφερνε να νιώσω αδύναμη, χαλαρωμένη, άψυχη, σαν μια σημαία στη νηνεμία. Για μια ακόμα φορά ένιωσα τα δάχτυλά του να εξερευνούν το άνοιγμα. Ύστερα, άνοιξε τα ιδρωμένα μου οπίσθια και ακούμπησε το όργανό του στην ελαστική μου σχισμή. Κράτησα την ανάσα μου. Το ένα του χέρι γλίστρησε κάτω απ’ τη θερμή καμπύλη της κοιλιάς μου και το μεσαίο του δάχτυλο βρήκε την κλειτορίδα μου. Το άλλο του χέρι με άρπαξε απ’ τα μαλλιά, ενώ το μπράτσο του πίεζε τους ώμους μου προς τα κάτω. Προσπάθησα να μετακινήσω ελαφρά το κορμί μου αλλά συνειδητοποίησα πως τώρα ήμουν αβοήθητη, ακινητοποιημένη μπροστά στη λαγνεία του. Δεν υπήρχε τρόπος διαφυγής, γιατί πραγματικά ήθελα να δραπετεύσω, αλλά και να δοθώ ταυτόχρονα. Ξαφνικά, με τη δύναμη πολιορκητικού κριού, το όργανό του όρμησε μέσα μου μπαίνοντας μέχρι τις τρίχες του στα τρεμάμενα οπίσθιά μου. Φώναξα με πόνο κι έκανα μια απελπισμένη προσπάθεια να τον διώξω. Όμως, τα πόδια του είχαν πια κλείσει χωρίς έλεος, σαν τα πλοκάμια ενός χταποδιού, γύρω από τα δικά μου, ενώ το χέρι του έσφιγγε ακόμα περισσότερο τα μαλλιά μου. Σύντομα, παρά την αδύναμη αντίστασή μου, το ραβδί του άρχισε να μπαινοβγαίνει σαν πυρακτωμένο κάρβουνο στην απαλή θήκη της σάρκας μου. Σταδιακά, αποδέχτηκα τον πόνο που έχασε την οξύτητά του. Και σε λίγο, παρότι δεν το είχα κατά νου να συμμετάσχω συνειδητά, ένιωσα τα οπίσθιά μου να ανταποκρίνονται στις κινήσεις του με τη δική τους παλινδρομική κίνηση. Ο πόνος είχε περάσει. Αυτό το απαγορευμένο μέρος της σάρκας μου ήταν τώρα τόσο πεινασμένο όσο και το στόμα μου. Ήθελα να βυθιστεί ακόμα περισσότερο μέσα μου, να ολοκληρώσει τις αρχέγονες κινήσεις του στα πιο σκοτεινά βάθη της κοιλιάς μου. Όταν το έκανε τελικά, ήμουν τρελαμένη από τον πόθο. Κάθε μυς, κάθε ιστός του κορμιού μου αποζητούσε την τιμωρία.'


Αλεξάντερ Τρόκι, Έλεν, μτφρ. Δημήτρης Αναστασόπουλος, εκδ. Οξύ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου