ΗΤΑΝ ΧΩΜΑ ΜΕΣΑ ΤΟΥΣ, και
αυτοί έσκαβαν.

Αυτοί έσκαβαν κι έσκαβαν, έτσι περνούσε
η μέρα τους, η νύχτα τους. Και δε δοξάζανε Θεό,
που, έτσι άκουγαν, όλα αυτά τα ήθελε,
που, έτσι άκουγαν, όλα αυτά τα ήξερε.

Αυτοί έσκαβαν και δεν άκουγαν τίποτα πια·
δεν έγιναν σοφοί, δεν εφεύραν κανένα τραγούδι,
δεν επινόησαν καμιά γλώσσα.
Αυτοί έσκαβαν.

Ήρθε μια γαλήνη, ήρθε και μια θύελλα,
ήρθαν οι θάλασσες όλες.
Εγώ σκάβω, εσύ σκάβεις, σκάβει και το σκουλήκι,
κι αυτό που τραγουδάει εκεί λέει: αυτοί σκάβουν.

Ω ένα, ω ουδένα, ω κανένα, ω εσύ:
πού πήγαινε, αφού στο πουθενά πήγαινε;
Ω εσύ σκάβεις κι εγώ σκάβω, σκάβω μέσα μου ως εσένα,
και στο δάχτυλό μας ξυπνάει το δαχτυλίδι.

***

ΤΟΣΟ ΠΟΛΛΟΙ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟΙ, που
κάποιος μάς προτείνει. Ήμουν,
όταν σε κοίταξα - πότε; -,
έξω
στους άλλους κόσμους.

Ω εκείνοι οι δρόμοι, γαλαξιακοί,
ω εκείνη η ώρα, που
πρόσθεσε τις νύχτες στο βάρος των ονομάτων μας
και τις ζύγισε μαζί. Δεν είναι,
το ξέρω, δεν είναι αλήθεια
ότι ζήσαμε, πέρασε μόνο
μια ανάσα τυφλή ανάμεσα σε
εκεί κι όχι-εδώ και κάποτε,
σαν κομήτης σφυρίζοντας πέρασε ένα μάτι
προς κάτι σβησμένο, μες στα φαράγγια,
εκεί που η φωτιά ξεψύχαγε, στεκόταν
λαμπρός μαστοφόρος ο Χρόνος,
κι από μέσα του βλάσταινε κιόλας
προς τα πάνω και κάτω και πέρα, ό,τι
είναι ή ήταν ή θα είναι -,
εγώ ξέρω,
ξέρω και ξέρεις, εμείς ξέραμε,
εμείς δεν ξέραμε, αφού
ήμασταν εδώ και όχι εκεί,
και κάποτε, όταν
μόνο το τίποτα στεκόταν ανάμεσα, βρίσκαμε
εντελώς ο ένας τον άλλο.

***

ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΣΟΥ
ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ ΟΧΘΗ απόψε τη νύχτα.
Με λέξεις πήγα και σ’ έφερα ξανά, εδώ είσαι,
όλα είναι αληθινά και μια αναμονή
αληθινού.

Σκαρφαλώνει η φασολιά μπρος
στο παράθυρό μας: σκέψου
ποιος πλάι μας μεγαλώνει και
την παρατηρεί.

Ο Θείος, αυτό διαβάσαμε, είναι
ένα μέρος κι ένα δεύτερο, σκόρπια:
με το θάνατο
όλων των θερισμένων
γίνεται ένα και βλασταίνει.

Προς τα εκεί
μας οδηγεί το βλέμμα,
με τούτο το
μισό
έχουμε πάρε-δώσε.

***

ΨΑΛΜΟΣ


Κανένας δεν μας πλάθει ξανά από χώμα και πηλό,
κανένας δεν ευλογεί τη σκόνη μας.
Κανένας.

Δόξα σοι ο Κανένας.
Για την αγάπη σου θέλουμε
ανθίσει.
Σ’ εσέναν
απέναντι.

Ένα Τίποτα
ήμαστε, είμαστε, για πάντα
θα μείνουμε, που ανθίζει:
του Τίποτα, του
Κανενός το ρόδο.

Με
το στύλο φως ψυχής,
το στήμονα έρημο ουρανού,
τη στεφάνη κόκκινη
από τη λέξη πορφύρα, που τραγουδούσαμε
πάνω, ώ πάνω
απ’ τ’ αγκάθι.

***

ΠΛΑΝΗΤΙΚΟ


Τα βράδια σου σκάβονται
κάτω απ’ το μάτι. Με τα χείλη
συγκεντρωμένες συλλαβές ─ ωραίος,
άφωνος κύκλος ─
οδηγούν το αστέρι που σέρνεται
στο κέντρο τους. Η πέτρα,
πλάι στους κροτάφους άλλοτε, εδώ ανοίγεται:

μαζί με όλους
τους διεσπαρμένους
ήλιους, ψυχή,
ήσουν, στον αιθέρα.

***

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΙΑ


αυτό
το βάρος
που κάποτε μαζί σου
βυθίζεται στην ώρα. Είναι
ένα άλλο.

Είναι το αντίβαρο που ζυγίζει το κενό,
το κενό που στο δρόμο
θα σου κράταγε το χέρι.
Δεν έχει όνομα, όπως κι εσύ. Ίσως
και να ‘στε το ίδιο πράγμα. Ίσως
μια μέρα κι εσύ να με ονομάσεις
έτσι.

***

A LA POINTE ACEREE


Είναι γυμνές οι φλέβες των ορυκτών, οι κρύσταλλοι
στις πτυχές των πετρωμάτων.
Άγραφο, που
σκλήρυνε κι έγινε γλώσσα, αφήνει
έναν ουρανό ελεύθερο.

(Προς τα πάνω ριγμένοι, στο φως,
λοξά, έτσι
κι εμείς πλαγιάζουμε.

Πόρτα εσύ μπροστά του άλλοτε, πίνακας
με το σκοτωμένο
αστέρι από κιμωλία:
το
έχει τώρα ένα μάτι – που διαβάζει;)

Δρόμοι για εκεί.
Ώρα του δάσους πλάι
στο γάργαρο αυλάκι της ρόδας.
Από κάτω
μαζεμένο,
μικρό, σχισμένο
βελανίδι: κάτι ανοιχτό
και μαυρισμένο, που
το ρωτάνε δάχτυλα σκέψεις
για – –
για πού;

Για
το ανεπανάληπτο, για
αυτό, για
όλα.

Γάργαροι δρόμοι για εκεί.

Κάτι, που προχωράει, αχαιρέτιστο
σαν να ‘γινε καρδιά,
έρχεται.

***

LE MENHIR


Γκρίζο της πέτρας
που βλασταίνει.

Γκρίζα μορφή, βλέμμα της πέτρας
δίχως μάτια, με σένα
πρόβαλε η γη μπροστά μας, ανθρώπινα,
σε σκοτεινούς, σε λευκούς δρόμους έρημης χώρας,
το βράδυ, μπροστά
σου, χάος τ’ ουρανού.
Κάτι που μοιχεύτηκε, παρασυρμένο μέχρι εδώ, βούλιαζε
πίσω από την πλάτη της καρδιάς. Θαλασσό-
μυλος άλεθε.

Με φωτεινά φτερά κρεμόσουν, το πρωί,
ανάμεσα σε σπάρτο και πέτρα,
μικρή πεταλούδα.

Μαύροι, των φυλαχτών
το χρώμα, έτσι ήσαστε,
κόκκοι συμ-
προσευχόμενοι.

***

ΠΟΥ ΜΟΥ  ‘πεσε η λέξη, η αθάνατη:
στο χάος τ’ ουρανού πίσω απ’ το μέτωπο,
εκεί πάει, οδηγημένο από σάλιο και σκουπίδια,
το εφτάφωτο άστρο, που ζει στο πλευρό μου.

Στο σπίτι της νύχτας οι στίχοι, η ανάσα στην κοπριά,
το μάτι δούλος των εικόνων ─
Κι όμως: μια ορθή σιωπή, μια πέτρα,
που παρακάμπτει τη ράμπα του διαβόλου.



Πάουλ Τσέλαν, Του Kανενός το Ρόδο, μτφρ. Χρήστος Λάζος, εκδ. Άγρα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου