ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ ΖΩΝΤΑΝΟΥ ΘΕΟΥ


Είν’ τρομερό να πέφτεις στα χέρια του ζωντανού Θεού.
Μα είναι πολύ πιο τρομερό να πέφτεις από του ζωντανού Θεού τα χέρια.
Αν η γνώση έφερε την πτώση του Σατανά,
ω, τότε λυπηθείτε, λυπηθείτε του τη γνώση!

Σώσε με, Θεέ, από τη γνώση ενός εαυτού χωρίς Θεό.

Μη μ’ αφήσεις ποτέ να μάθω
Μη μ’ αφήσεις ποτέ να μάθω τι είμαι
ή τι μπορώ να γίνω σαν πέσω από τα χέρια σου, τα χέρια του ζωντανού Θεού.
Εκείνο το φοβερό κι ατέλειωτο αρρωστημένο βούλιαγμα
μέσα απ’ τ’ αργόσυρτα, διαβρωτικά επίπεδα μιας γνώσης διαλυτικής
όταν ο εαυτός σου έχει πέσει από τα χέρια του Θεού
κι αρχίζει και βουλιάζει όλος ασχήμια στην παραζάλη ενός ατέλειωτου πνιγμού,
περνώντας το ένα μετά το άλλο όλα τ’ απύθμενα σκοτάδια μιας γνώσης που οδηγεί στο χαλασμό
βουλιάζοντας στο θάνατο που δεν τελειώνει, στη φοβερή καταστροφή στην άβυσσο
της ίδιας της ψυχής, που έχει πέσει από τα χέρια του Θεού!

Σώσε με απ’ αυτό, Θεέ μου!
Κάνε να μη γνωρίσω ποτέ τον εαυτό μου έξω απ’ το ζωντανό Θεό!

* * *

Ο,ΤΙ ΕΙΝ’ ΦΤΙΑΓΜΕΝΟ ΑΠΟ ΣΙΔΕΡΟ


Ό,τι είν’ φτιαγμένο από σίδερο
γεννιέται νεκρό, είναι ένα σάβανο, ρουφάει ζωή από μας.
Ώσπου μετά από πολύ καιρό, όταν παλιώσει κι έχει ρουφήξει μέρες, χρόνια απ’ τη ζωή μας
αρχίζει και απαλαίνει, μαλακώνει, μαλακώνοντας τώρα και μας: τότε
εμείς αποφασίζουμε πως ήρθ’ η ώρα του και το πετάμε.

 * * *

Η ΑΝΑΣΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ


Η ανάσα της ζωής βρίσκεται μες στους άγριους άνεμους της αλλαγής
στενά δεμένη με την ανάσα της καταστροφής.
Μ’ αν θέλεις να ανασάνεις πλούσια, βαθιά ζωή
ανάσανε ολομόναχος, μες στη σιωπή, μες στο σκοτάδι
και μη βλέπεις τίποτα.

* * *

ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΖΗΤΩ


Το μόνο που ζητώ από μια γυναίκα είναι να νιώσει τρυφερά για μένα
όταν και μένα η καρδιά μου κτυπήσει τρυφερά γι’ αυτήν,
να γεννηθεί ανάμεσά μας ένα απαλό, απαλό τρεμούλιασμα σα σιωπηλές καμπάνες.
Είναι το μόνο που ζητώ.
Με κούρασαν τόσο οι βίαιες γυναίκες που απαιτούν ν’ αγαπηθούν
δίχως να υπάρχει ίχνος αγάπης μέσα τους.

* * *

ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ, VI


Να ζει κανείς ή να μη ζει, μένει ακόμα η απορία.
Αυτός ο πόνος της ύπαρξης είναι η τελική, η έσχατη πείνα.
Κι όσο για μένα, μπορώ να πω «σχεδόν, σχεδόν, πολύ κοντά, ω τόσο κοντά.»
Μα κάτι ακόμα λείπει.
Κάτι δε θα λείπει για πάντα.
Γιατί το πιο σπουδαίο είναι εκείνη η εκπλήρωση που μίλησα.

Αυτό που λείπει, αυτό μένει σκοτεινό ακόμα μέσα μου
πρέπει να το γνωρίσω όπως ξέρω πως την γνωρίζω εκείνη τώρα˙ ή ίσως
αυτό που ξέρω να μην είν’ άλλο απ’ τα όριά μου απέναντί της.

Πετώντας όπως έκανα, πέρα, πέρα απ’ το χείλος του γκρεμού
έπεσα κάθετα πάνω στο μηδέν, πάνω στην πιο απόλυτη την πιο σκληρή απουσία.
Σα να ‘χασα κάθε γνώση, σα να πέθανα˙
σαν να μην ήξερα˙ σα να ξεπέρασα τα όρια του εαυτού μου.
Τι άλλο μπορώ να πω, απ’ το ότι ξέρω τι είναι να ξεπερνάς τα όρια του εαυτού σου;

Είναι ένας θάνατος που δεν είναι θάνατος.
Είν’ να πηγαίνεις λίγο πέρα απ’ τα όρια.
Πώς να μιλήσεις όταν το στόμα σου μουδιάζει από σιωπή;
Τελικά, βρίσκεται ολόκληρη πέρα από μένα αυτή η γυναίκα
είναι ολόκληρη «όχι ο εαυτός μου»˙ τελικά.

Σ’ αυτό καταλήγει κανείς.
Μια παράξενη αγωνία, και μια ανακούφιση, όταν αγγίζει αυτό που δεν είναι καθόλου ο εαυτός μου,
με πληγώνει μέχρι θανάτου αυτή η άλλη ύπαρξη˙ οριστικό, απαραβίαστο όριο,
και κάτι άλλο πέρα, εντελώς πέρα απ’ αυτό, αν καταλαβαίνετε τι θέλω να πω.
Είναι το πιο σπουδαίο μέρος της ύπαρξης, αυτό το να ‘χεις πάει πέρα απ’ τον εαυτό σου,
αυτό το να ‘χεις αγγίξει την άκρη του γκρεμού και να ‘χεις χαθεί χωρίς να ‘χεις χαθεί στ’ αλήθεια.



Ντ. Χ. Λόρενς, Είκοσι Ποιήματα, μτφρ. Ολυμπία Καράγιωργα, εκδ. Σοκόλη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου