E.E. CUMMINGS – Αγάπη μου


Αγάπη μου
τα μαλλιά σου είναι ένα βασίλειο
οπού βασιλεύει το σκοτάδι
το μέτωπό σου ένα μπουκέτο λουλούδια
το κεφάλι σου είναι ένα ζωηρό δάσος
γεμάτο κοιμισμένα πουλιά
τα στήθη σου είναι σμήνη άσπρων μελισσών
πάνω στο κλαδί του κορμιού σου
το κορμί σου για μένα είναι ο Απρίλης
που στις μασχάλες του σημαίνει η άνοιξη

οι μηροί σου είναι άσπρα άλογα ζεμένα
σε βασιλικό άρμα
είναι η τέχνη του σπουδαίου ραψωδού
ανάμεσά τους υπάρχει πάντα κάποιο όμορφο τραγούδι

αγάπη μου
το κεφάλι μου είναι η θήκη
με το ψυχρό πετράδι του μυαλού σου
τα μαλλιά της κεφαλής σου είναι ένας μαχητής
άκακος μα νικητής
τα μαλλιά πάνω στους ώμους σου
είναι ένα στράτευμα με σάλπιγγες νίκης
τα πόδια σου είναι τα δέντρα του ονείρου
που φρούτο τους είναι το αληθινό
φάγωμα της λήθης

τα χείλη σου είναι οι σατράπηδες του κόκκινου
που στο φιλί τους συμμαχούν οι βασιλιάδες
άγιοι είναι
οι καρποί σου
κλειδούχοι του αίματός σου
τα πόδια σου πάνω στους αστραγαλους
είναι λουλούδια σε ασημένια βάζα

στην ομορφιά σου βρίσκεται των φλάουτων το δίλημμα
τα μάτια σου είναι των καμπάνων το φανέρωμα
που καταλαβαίνεις από το άρωμα.

* * *

KENNETH REXROTH – Ταξιδιώτες στο Έρεγουον


Ανοίγεις το
φόρεμά σου πάνω στο σκονισμένο
κρεβάτι που κανείς
δεν κοιμήθηκε για χρόνια
μια κουκουβάγια βογκά πάνω στη στέγη
λες
αγάπη
αγάπη μου
στο σκονισμένο φως της παλιάς
λάμπας πετρελαίου οι ώμοι
η κοιλιά τα στήθη οι γλουτοί σου
μοιάζουν με άνθη ροδακινιάς
θεόρατα άστρα πολύ μακριά πολύ ξέχωρα
έξω από το σπασμένο παραθυρόφυλλο
πελώρια αθάνατα ζώα
κάθε ζώο ένα μάτι
κοιτάζουν
ανοίγεις το κορμί σου
δεν έχει τέλος η νύχτα
δεν έχει τέλος το δάσος
σπίτι μια ζωή παρατημένο
μέσα στο δάσος μες στη νύχτα
δεν θα ‘ρθει κανείς ποτέ
στο σπίτι
μόνοι
στον σκοτεινό κόσμο
στη χώρα των ματιών.

* * *

BOB KAUFMAN – Πορίσματα ελέγχου στον ανιχνευτή αλήθειας


Από τον κοιμισμένο ημεροδείκτη έκλεψα έναν μήνα
Φοβάμαι να τον κοιτάξω, δεν θέλω να μάθω το όνομά του
Σφιγμένο μες στη χούφτα μου νιώθω την παγωνιά του, το παγωμένο του πρόσωπο
Δεν γίνεται ν᾿ αντικρίσω το σαστισμένο καλοκαίρι με μια τσέπη γεμάτη χιόνι
Φαντάζομαι τα κατήγορα δάχτυλα των παιδιών που δεν θα γεννηθούν ποτέ
Πώς να απομονώσεις τις κραυγές όσων υποφέρουν και τον θάνατό τους εύχονται,
Προσμένοντας τις σιωπηλές πόρτες των χειμερινών τάφων. Στερημένος λατρευτών
Διεξόδων, ποτέ ξανά δεν θα κλέψω έναν μήνα... ή μια εβδομάδα ή μια μέρα
Ή μια ώρα ή ένα δευτερόλεπτο, εκτός κι αν με πιάσει ξανά απελπισία.

* * *

JAMES WRIGHT – Βροχή


Είναι το βύθισμα των πραγμάτων.
Φώτα που αναβοσβήνουν περιφέρονται πάνω από σκοτεινά δέντρα,
Κοπέλες γονατίζουν,
Μιας κουκουβάγιας τα βλέφαρα κλείνουν.
Τα θλιμμένα κόκαλα των χεριών μου βουλιάζουν σε μια κοιλάδα
Παράξενων βράχων.



από την Ανθολογία Αμερικανικής Ποίησης του Εικοστού Αιώνα, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Ηριδανός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου