HART CRANE – ΛΗΣΜΟΝΙΑ


Η λησμονιά είναι σαν ένα τραγούδι,
Που, απελευθερωμένο από μέτρο και ρυθμό,
περιπλανιέται.
Η λησμονιά είναι σαν ένα πουλί με φτερά συνταιριαγμένα,
Διάπλατα ανοιχτά κι ακίνητα─
Ένα πουλί που άοκνα λάμνει στον αέρα.

Η λησμονιά είναι τη νύχτα η βροχή
Ή μια καλύβα στο δάσος─ ή ένα παιδί.
Η λησμονιά είναι λευκή─ λευκή σαν δέντρο ρημαγμένο,
Και τη Σίβυλλα να εκπλήξει στην προφητεία μπορεί
Ή τους Θεούς να διαγράψει.

Μπορώ, πλείστη λησμονιά να θυμηθώ.

*

ΚΑΤΑΚΤΩΝΤΑΣ ΤΗ ΔΙΑΦΟΡΑ


Έχω δει το φάντασμά μου διαμελισμένο
Το σώμα μου ευλογημένο
Και τον Παράδεισο
Απ’ της μητέρας μου τα στήθια ξεγδαρμένο
Όταν απαγγέλθηκε η κατηγορία
Η αγάπη εκδιώχθηκε
Και η σφραγίδα κομματιάστηκε…

* * *

SARA TEASDALE - ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΗΣΑΝ ΘΝΗΤΑ


Όλα αυτά που ήσαν θνητά μακριά θα καούν,
Όλα αυτά που ήσαν στον νου πρέπει να κοιμηθούν.
Μόνο το πνεύμα θα ξυπνήσει για να πει
Αυτό που το βάθος στο βάθος ομολογεί˙
Αλλά για μια στιγμή, γι’ αυτό που είναι τόσο φευγαλέο─
Όπως σ’ ένα λιβάδι στρωμένο απ’ άκρη σ’ άκρη με χιόνι νέο,
Ίχνη πουλιών μια σύντομη κατάδυση μαρτυρούν στον αέρα
Που άρχισε και τέλειωσε ψηλά εκεί πέρα.

* * *

SYLVIA PLATH – ΜΕΛΑΝΙΑ


Χρώμα πλημμυρίζει το σημείο, σκοτωμένο μοβ,
Το υπόλοιπο σώμα αψεγάδιαστο,
Χρώμα μαργαριταριού.

Στην εσοχή του βράχου
Επίμονα και βασανιστικά η θάλασσα βυζαίνει,
Ένα βαθούλωμα, κέντρο ολάκερης θάλασσας.

Το μέγεθος μιας μύγας,
Το καταραμένο σημάδι
Έρπει στον τοίχο.

Σφραγίζει η καρδιά,
Η θάλασσα αδειάζει,
Οι καθρέφτες είναι καλυμμένοι.

* * *

ΛΕΞΕΙΣ


Τσεκούρια
Χτυπούν πάνω σε ξύλινους δακτύλιους,
Κι αντίλαλοι!
Αντίλαλοι που απλώνουν
Σαν άλογα φυγόκεντρα.

Ο χυμός
Σαν δάκρυ αναβλύζει, σαν το
Νερό που πασχίζει
Ν’ αποκαταστήσει το κάτοπτρό του
Στον βράχο επάνω

Που στάζει κι εκτρέπεται,
Ένα λευκό κρανίο,
Από το χλωρό χορτάρι φαγωμένο.
Χρόνια αργότερα
Τυχαία τις συναντώ στο δρόμο─

Λέξεις ξερές και φευγαλέες,
Το ακούραστο ποδοβολητό των αλόγων.
Ενόσω
Από το βυθό της λίμνης, απλανή αστέρια
Κυβερνούν μια ζωή.

* * *

JOHN BERRYMAN – ΕΠΙΛΟΓΟΣ


Πέθανε τον Δεκέμβριο. Θα πρέπει να κατηφορίσει
κάπου, αόριστα και παγωμένα, το πνεύμα και η σφραγίδα,
το δώρο βυθίζεται, και όλα αυτά τα ενορατικά κάπου
αποτυγχάνουν. Ενός κάποιου φίλου η φαντασία
δεν μπορεί να κοιτάξει εκεί. Στο τέλος και οι δυο μας.
Ουσιαστικά, ρήματα γι’ αυτό που αισθάνομαι
δεν υπάρχουν.

* * *

ANNE SEXTON – ΤΟ ΔΙΠΛΟ ΕΙΔΩΛΟ, 6


Στο βορεινό φως, το χαμόγελό μου είναι σταθερό,
η σκιά σημαδεύει το οστό μου.
Τι θα μπορούσα να είχα ονειρευτεί καθώς κάθισα εκεί,
ολόκληρη περιμένοντας στα μάτια, στη ζώνη
του χαμόγελου, το νεαρό πρόσωπο,
την παγίδα των αλεπούδων.

Στο νότιο φως, το χαμόγελό της είναι σταθερό,
τα μάγουλά της μαραίνονται σαν μια ξεραμένη
ορχιδέα˙ ο κοροϊδευτικός μου καθρέφτης, ο γκρεμισμένος μου
έρωτας, το πρώτο μου είδωλο. Με κοιτάζει απ’ αυτό
το πρόσωπο,
αυτό το πέτρινο κεφάλι του θανάτου
που είχα να ξεπεράσω.

Ο καλλιτέχνης μας απαθανάτισε στη στροφή˙
χαμογελάσαμε στα κάδρα του σπιτιού μας
προτού διαλέξουμε τους, όπως γνωρίζαμε από την αρχή,
ξεχωριστούς μας δρόμους.
Η ξεραμένη κόκκινη γούνα αλεπούς φτιάχτηκε
για να καεί.
Σαπίζω στον τοίχο, τον δικό μου
Ντόριαν Γκρέι.

Κι αυτό ήταν η σπηλιά του καθρέφτη,
αυτή η διπλή γυναίκα που ατενίζει
τον εαυτό της, σαν να πέτρωσε
στο χρόνο─ δυο κυρίες καθισμένες
σε σκοτεινές πολυθρόνες.
Φίλησες τη γιαγιά σου
και εκείνη έκλαψε.



από το Η Θηριώδης Μούσα: Επιλογή από το Έργο Επτά Αυτοχείρων Αμερικανών Ποιητών, μτφρ. Γιάννης Αντιόχου, εκδ. Μικρή Άρκτος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου