WALT WHITMAN – ΜΙΑ ΑΘΟΡΥΒΗ ΥΠΟΜΟΝΕΤΙΚΗ ΑΡΑΧΝΗ


Μια αθόρυβη υπομονετική αράχνη,
Πρόσεχα αυτήν καθώς στεκόταν μόνη πάνω σ’ ένα μικρό κάβο,
Πρόσεχα πώς εξερευνούσε το άδειο αχανές περιβάλλον,
Πετούσε από μέσα της μπροστά της λεπτά νήματα, νήματα, νήματα,
Ξετυλίγοντάς τα συνεχώς, πάντα ακούραστη στην εκτόξευσή τους.

Κι εσύ ω ψυχή μου όπου στέκεσαι,
Περιτριγυρισμένη, αποσπασμένη, σ’ απέραντους ωκεανούς διαστήματος,
Αδιάκοπα ονειροπολώντας, ριψοκινδυνεύοντας, πετώντας, ψάχνο-
             ντας τις σφαίρες για να τις ενώσεις,
Έως ότου η γέφυρα που θα χρειαστείς να σχηματιστεί, έως ότου
             η εύπλαστη άγκυρα να βαστάξει,
Έως ότου η κλωστή του ιστού της αράχνης σε τινάξει κάπου,
             ν’ αρπαχτείς ω ψυχή μου.

***

T.S. ELIOT – MARINA


Τι θάλασσες, τι ακτές, τι γκρίζοι βράχοι και τι νησιά
Τι νερό που γλείφει τη δαντέλα
Και άρωμα πεύκου κι η τσίχλα του δάσους που κελαηδεί μέσα στη καταχνιά.
Τι εικόνες ξαναγυρίζουν
Ω θυγατέρα μου.
Εκείνοι που ακονίζουν το δόντι του σκύλου, σημαίνοντας Θάνατο
Εκείνοι που ακτινοβολούν με δόξα τροχίλου, σημαίνοντας Θάνατο
Εκείνοι που κάθονται στο ρυπαρό κάθισμα της ευδαιμονίας, σημαίνοντας
Θάνατο
Εκείνοι που ανέχονται την έκσταση των βανδάλων, σημαίνοντας Θάνατο
Έγιναν ασήμαντοι, νικημένοι από ένα άνεμο,
Μιαν ανάσα πεύκου, και τη μελωδία της ομίχλης του δάσους
Με αυτή τη χάρη εξαφανισμένη επί τόπου

             Ποια είναι αυτή η μορφή, η λιγότερο διαυγής και πιο διαυγής.
Ο σφυγμός του βραχίονα, ο λιγότερο έντονος και πιο έντονος –
Δοθέν η δανεισθέν; πιο μακριά απ’ τ’ άστρα και πιο κοντά απ’ το μάτι
Ψίθυροι και σιγανό γέλιο ανάμεσα στα φύλλα και βιαστικά βήματα
Κάτω απ’ τον ύπνο, όπου όλα τα νερά σμίγουν.
Πλώρη ραγισμένη από πάγο και μπογιά ραγισμένη από ζέστη.
Κατόρθωσα αυτό, έχω λησμονήσει
Και θυμάμαι.
Τα σχοινιά δίχως αντοχή και τα πανιά σάπια
Ανάμεσα σ’ ένα Ιούνη κι έναν άλλο Σεπτέμβρη.
Έκανα αυτό αγνοώντας, μισοαναίσθητος, δίχως γνώση, δικό μου.
Τα σανίδια διαρρέουν, οι ρωγμές χρειάζονται κλείσιμο.
Αυτό το σχήμα, αυτή η όψη, αυτή η ζωή
Ζωντανός να ζω σ’ ένα κόσμο μια εποχής πέρα από μένα ας
Εγκαταλείψω τη ζωή μου γι’ αυτή τη ζωή, το λόγο μου για εκείνο το μη ειπωθέν,
Το ξύπνημα, όρια χωριστά, η ελπίδα, τα νέα καράβια.

             Τι θάλασσες, τι ακτές, τι γρανιτένια νησιά προς τ’ άρμενά μου
Και η τσίχλα του δάσους που καλεί μες στην καταχνιά
Θυγατέρα μου.

***

MALCOLM LOWRY – ΠΛΗΓΩΜΕΝΕΣ ΠΕΤΡΕΣ


Ίσως ένα παιδί δεν μπορεί να βρίσκει λέξεις για τις λύπες του
Αλλά μπορεί ν’ ακούει κατά τη νύχτα παράξενα προμηνύματα ανακούφισης
Ότι οι πληγωμένες πέτρες ξέρουν να πατούν στη γη,
Ή μπορεί να μαθαίνει ότι οι πέτρες μπορούν να μιλούν στους εαυτούς μου.
Τη σκληρή τους γλώσσα του σπαραγμού καρδιάς.
Μες στη γκαρνταρόμπα είναι το βουητό της θάλασσας
Και κάποια μομφή, αλλά ακόμα κι αυτό είναι άνεση
Το οποίο σημαίνει μια λιγότερη μομφή
Ανάμεσα στον εαυτό του και τον θάνατο…
Και πάνω στο χαλί μπροστά στο τζάκι ατενίζοντας μες στο πύρινο καμίνι
Υπάρχει το μέλλον ─το μερίδιο ίσως─
Κι όμως σκέπτομαι ότι εκεί πρέπει να έχει υπάρξει γέλιο,
Η μοναδική ανάνηψη, λένε οι άνθρωποι, απ’ τη ζωή,
Και έπρεπε αυτός να μην επιζούσε αυτού
Θα ’πρεπε να είχε γνωρίσει ότι ο Rimbaud ένιωθε το ίδιο,
Του οποίου η ανδρική ηλικία υπήρξε τόσο ανέραστη όσο και άλαλη;



Ο ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΟΣ ΚΑΛΟΓΗΡΟΣ


Ένας περιπλανώμενος καλόγηρος περνάει δια μέσου της πόλης τη νύχτα,
Ένας αδαής, ένας ασήμαντος άνθρωπος.
Υπήρξε ένας περιπλανώμενος καλόγηρος όταν ο κόσμος άρχισε
Να μελετάει αλλόκοτους κυνηγούς στο άπειρο.
Οι βράχοι είναι προς τ’ αριστερά, ενώ προς τα δεξιά
Η θάλασσα είναι σαν τη θάλασσα της οποίας η φήμη έτρεχε
Κάποτε στην παιδική του ηλικία στη θυελλώδη πεδιάδα απ’ τη μια άκρη στην άλλη.
Η θάλασσα ήταν επί πλέον ελπίδα, και η φήμη λαμπρή,
Οι βράχοι είναι ψηλοί, η θάλασσα πολύ βαθιά,
Η πόλη είναι ακριβώς ένα ψέμα, που τραντάζεται με ψέματα.
─Θα είχα κουράγιο να μην κοιμάμαι,
Μπορώ να μην ακολουθώ, όταν μπορώ ν’ αφυπνίζομαι;
Δίδαξέ με να διαπλέω τα φιόρδ της τύχης
Κινούμενος μ’ ελιγμούς δια μέσου της χαοτικής μου άγνοιας.


***

SYLVIA PLATH – ΠΡΟΒΑΤΟ ΣΕ ΟΜΙΧΛΗ


Οι λόφοι επιταχύνουν το βάδισμά τους μες στη λευκότητα.
Άνθρωποι ή άστρα
Με κοιτάζουν λυπητερά, τους απογοητεύω.

Το τρένο αφήνει μια γραμμή ανάσας
Ω αργό
Άλογο το χρώμα της σκουριάς,

Οπλές ζώων, θλιβερές καμπάνες ─
Όλως πρωινές
Το πρωί έχει μαυρίσει,

Κάποιο λουλούδι έπεσε
Τα κόκαλά μου διατηρούν μια ηρεμία, οι μακρινοί
Αγροί λιώνουν την καρδιά μου.

Απειλούν
Να με αφήσουν να περάσω σ’ έναν ουρανό
Χωρίς άστρα και χωρίς πατέρα, σ’ ένα σκοτεινό νερό.




από την ανθολογία Άγγλοι και Αμερικανοί Ποιητές 1850-1995, μτφρ. Αλκή Τσελέντη, εκδ. Δωδώνη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου