'Την ώρα που ο πολιορκητικός κριός του Στέλιου διερρήγνυε επιτέλους την καστρόπορτά της, η Λούλα συνειδητοποίησε ότι παρόλο που φοβόταν σε αδιανόητο βαθμό τον επερχόμενο πόνο, την ίδια στιγμή τον ήθελε να μπει και να μείνει μέσα της όσο τίποτ’ άλλο στον κόσμο. Άφησε ένα βαθύ, βραχνό βογκητό να της ξεφύγει σαν να έσπαγε το λαρύγγι της και μετά παραδόθηκε στο ανελέητο σφυροκόπημα του εραστή της. Καυτά κύματα ανηφόριζαν από την κοιλιά προς το στήθος της και πηγαινοερχόταν ολόκληρη πάνω στο κρεβάτι, λες και σκόπευε να εκτιναχτεί προς τα κατεβασμένα ρολά της μπαλκονόπορτας. Ο Στέλιος είχε γαντζωθεί ολόκληρος πάνω της, όπως ο αναβάτης στο άλογό του την ώρα που καλπάζει, και αγκομαχούσε και χτυπιόταν στα πισινά της. Και η κοπέλα ένιωθε τα τοιχώματα του κόλπου της να εκπορθούνται από το βαρβάτο πέος του, η περιοχή ανάμεσα στα πόδια της είχε πάρει φωτιά και το κοκτέιλ των συναισθημάτων που έβραζε μέσα της ήταν αδύνατον να το περιγράψει.
   Κάτω από τα έκθαμβα μάτια του εραστή της, το σχεδόν τέλειο σώμα της κλυδωνιζόταν και σπαρταρούσε και συστρεφόταν όπως ένα κομμάτι σπάγκου που το τρίβει κάποιος ανάμεσα στις παλάμες του, ενώ κάθε φορά που αγωνιζόταν να γυρίσει το κεφάλι της προς το μέρος, ο Τέλογλου έπιανε σκόρπιες λεπτομέρειες που τον έκαναν να την επιθυμεί ακόμα πιο πολύ. Παρατηρούσε τα προκλητικά, γεμάτα χείλη της, που έτρεμαν χάσκοντας μισάνοιχτα. Τα προτεταμένα ζυγωματικά της, που έχοντας φλογιστεί και αναψοκοκκινίσει, σαν να εξείχαν τώρα ακόμα πιο πολύ, υπογραμμίζοντας την εξωτική γοητεία της. Και τα μεγάλα, μαύρα, σκιστά της μάτια, που γλαρωμένα από την αποχαύνωση που της έφερνε η απίστευτη γλύκα, σου έδιναν την εντύπωση ότι η κοπέλα κόντευε ν’ αποκοιμηθεί.
   Ο Στέλιος εξακολουθούσε να μπαινοβγαίνει μέσα της με μια τρελή, αχαλίνωτη ορμή, ανάλογη μ’ εκείνη του πρώτου καιρού της γνωριμίας τους. Το έμβολό του έσκιζε τη Λούλα σταθερά όπως η καρίνα ενός πλοίου τη θάλασσα, οι ωθήσεις του απέπνεαν μια φαινομενικά ανεξάντλητη δύναμη και από το στόμα του έβγαιναν σπασμένες κουβέντες ανάμεικτες με επιφωνήματα και βογκητά, ένα ηχητικό συνονθύλευμα που έμοιαζε με ακατανόητη διάλεκτο. Κι όπως ο χώρος πλημμύριζε όλο και περισσότερο από τις δυνατές οσμές του ιδρώτα και του έρωτά τους, διαστέλλοντας τα ρουθούνια του και τραβώντας βαθιές ανάσες, ο Στέλιος έριχνε κάθε τόσο το κορμί του προς τα εμπρός, το στέρνο του κολλούσε στην πλάτη της κοπέλας και τα χέρια του άρχιζαν να μαλάζουν και να τραβάνε τα στήθη της με μια απερίγραπτη φούρια, σαν να ήθελε να της τα ξεκολλήσει.
   Ήταν σαν να είχε σπάσει κάποιο φράγμα και τα αφηνιασμένα νερά να τους είχαν παρασύρει και τους δυο προς άγνωστη κατεύθυνση. […]
   Ο Στέλιος άρχισε να τραβάει, να σέρνει με δύναμη τα χέρια του κατά μήκος του σώματός της και η Λούλα ένιωσε τα δάχτυλά του να κατηφορίζουν πάνω στα ημισφαίρια του κώλου της, να τ’ αρπάζουν και να τα σπρώχνουν ν’ ανοίξουν. Πόνεσε και αναγκάστηκε να δαγκώσει τα χείλια της για να μη διαμαρτυρηθεί.
   Μα, τι προσπαθούσε να της κάνει;
   Τώρα τα νύχια του χώθηκαν σαν βελόνες μες στο κρέας της, σαν ν’ αγωνιζόταν να τα μπήξει στην ιδρωμένη σάρκα της και να τη γδάρει. Ένιωσε και πάλι την καταπιεστική παρόρμηση να φωνάξει και ξαφνικά ο Στέλιος άρχισε να τη χτυπάει εκεί, στα κωλομέρια, μπατσίζοντάς τα με το ρυθμό των ωθήσεων του σώματός του, αλλά τα χτυπήματά του, που ήταν παιχνιδιάρικα στην αρχή, στο τέλος την έτσουζαν και την πονούσαν και η Λούλα φαντάστηκε τις κόκκινες κηλίδες, τις δαχτυλιές που θ’ άφηναν πάνω στο δέρμα της…
   Δεν ήταν παιχνίδι!
   Τώρα τα δάχτυλά του χτυπούσαν το κρέας της ηχηρά σαν μαστίγια. Την έδερνε άγρια, αλύπητα, μ’ αληθινή οργή, με μια μανία σχεδόν κτηνώδη. Και την ίδια στιγμή ο πούτσος του καρφωνόταν μέσα της με όλη την τρομερή του φόρα, ξεσκίζοντάς της τα σωθικά, απειλώντας να τη διαπεράσει και να βγει από την άλλη πλευρά. Τη χτυπούσε και τη γαμούσε φρενιασμένα, με λύσσα, σαν να είχε χάσει πια κάθε έλεγχο ή και σαν να ήθελε όχι απλώς να την εκδικηθεί, αλλά να… την… τιμωρήσει!
   […] η Λούλα ένιωσε κάποιους υπόκωφους, βίαιους σπασμούς να δονούν τον εσωτερικό της κοιλιάς της και βιάστηκε ν’ αφεθεί στο ρυθμό τους, να γίνει έρμαιό τους, ελπίζοντας ότι ίσως να τα είχε καταφέρει επιτέλους, ίσως να επρόκειτο για τους προπομπούς, τους προάγγελους του οργασμού. […] Ώσπου στο τέλος ο εραστής της χτυπήθηκε μουγκρίζοντας πάνω της και η κοπέλα ένιωσε τον πίδακα του σπέρματός του να εκτοξεύεται μέσα της πλημμυρίζοντας τα έγκατα του σώματός της.'

  'Για λίγο, το πουλί του αγνώστου τριβόταν στη σχισμή του πισινού της και η κοπέλα άκουσε τον εαυτό της να σκούζει σαν πληγωμένο κουτάβι από τη προσμονή. Ώσπου ο πολιορκητικός κριός του της άνοιξε ελαφρά τα πόδια και σφηνώθηκε στα υγρά κάτω χείλη της και η κοπέλα κράτησε την ανάσα της, ενώ ο άγνωστος δάγκωνε τώρα αγκομαχώντας τ’ αυτί της. Το στόμα του εξακολουθούσε να σέρνεται αργά πάνω στο δικό της με λάγνα λικνίσματα και τελικά σταμάτησε κι εκείνος και έμεινε ακίνητος κρατώντας επίσης την ανάσα του.
   Και τότε τον ένιωσε να σπρώχνει πίσω της, να σπρώχνει απαλά αλλά σταθερά και αποφασιστικά, και ο πούτσος του άρχισε να μπαίνει και ν’ ανηφορίζει γεμίζοντας με τον όγκο του τον κόλπο της, ν’ ανηφορίζει και να μπήγεται όλο και πιο βαθιά, μέχρι που τον ένιωσε –ή τουλάχιστον έτσι ένιωσε- να βρίσκει αντίσταση στην κοιλιά της. Για ένα τρελό δευτερόλεπτο, πλημμυρισμένη από έναν απίστευτο τρόμο, η κοπέλα φοβήθηκε ότι θα τη διαπερνούσε και θα συνέχιζε να ανεβαίνει μέχρι να της βγει από το στόμα. Αλλά φυσικά δεν έγινε τίποτα τέτοιο και από τα χείλη της τινάχτηκε σαν πίδακας ένα γρύλισμα ευχαρίστησης, καθώς ο άγνωστος άρχιζε τις γνωστές, παλινδρομικές κινήσεις.'


Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Λούλα, εκδ. Καστανιώτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου