ΓΙΑ ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ


Ι

Ἄλλοι χρειάζονται σὲ μακροὺς δρόμους
πρὸς τοὺς σκοτεινοὺς ποιητές, νὰ πᾶνε·
ἕναν ὁποιοδήποτε πάντα ρωτᾶνε
μὴ κ᾽ εἶδε νὰ τραγουδᾶ κάποιον
ἤ σὲ χορδὲς τὰ δάχτυλα νὰ βάζει.
Μονάχα τὰ κορίτσια δὲ ρωτᾶνε
ποιά γιοφύρια σ᾽ εἰκόνες ὁδηγοῦν·
μόνο ποὺ πιὸ φωτεινὰ χαμογελοῦν
κι᾽ ἀπὸ ἕνα περιδέραιο μαργαριτάρια
ποὺ σ᾽ ἀργυρὸ δένονται κογχύλι.

Κάθε πόρτα ἀπὸ τὴ ζωή τους ξεκινάει
που σ᾽ ἕναν Ποιητή πάει
καὶ στὸν κόσμο.


ΙΙ

Εἶναι Ποιητὲς ὅσοι ἀπὸ σᾶς μαθαίνουν,
κορίτσια, ὅ,τι φιλέρημο εἶναι, νὰ τὸ ποῦν·
κ᾽ ἐκτάσεις σὲ σᾶς μαθαίνουνε νὰ ζοῦν,
ὅπως οἱ ἑσπέρες συνηθίζουν
τὴν αἰωνιότητα σὲ μεγάλα ἀστέρια.

Στὸν Ποιητὴ νὰ δωρηθεῖ ποτὲ δὲν πρέπει
καμιά σας, ἄν χτυπᾶ καὶ γιὰ γυναῖκες
τὸ μάτι του· γιατὶ ὡς κορίτσια δύνεται μονάχα
νὰ σᾶς λογιάσει : στὶς κλειδώσεις τῶν χεριῶν σας
ἡ ἀφὴ θὰ ράγιζε ἀπὸ χρυσοκέτηντο μετάξι.

Ἀφῆστε τον στὸν κῆπο του νά ᾽ναι μονάχος,
ἐκεῖ ποὺ σὰν Αἰώνιες σᾶς ὑποδεχόταν,
στοὺς δρόμους ποὺ ἐπερπάτει κάθε μέρα,
πλάι στὰ παγκάκια ποὺ καρτεροῦν σύσκια
καὶ στὸ δωμάτιο τὸ λαγοῦτο ὁποὺ κρεμόταν.

Φύγετε! . . . Σκοτεινιάζει. Τὴ φωνή σας,
τὸ πρόσωπό σας, οἱ αἰσθήσεις του πιὰ δὲν ζητοῦνε.
Καὶ μακροὺς ἀγαπᾶ τοὺς δρόμους κι᾽ ἄδειους
κι᾽ ἄσπρο βιβλίο κανένα μὲς στὰ μαῦρα, —
καὶ τὴν βουβή, ἀγαπᾶ περίσσια, κάμαρά του
. . . Ἀγροικᾶ τὶς φωνές σας ποὺ ἀλαγεύουν
(ἀνάμεσα σ᾽ ἀνθρώπους, κουρασμένους
ποὺ τοὺς κρίνει) : κ᾽ ἡ τρυφερή του σκέψη πονεῖ, τότε,
στὴν αἴσθηση πὼς πολλὰ μἀτια σᾶς κοιτάζουν.

* * *

ΤΥΜΒΟΣ ΝΕΟΥ ΚΟΡΙΤΣΙΟΥ


Ἀκόμα τὸ σκεφτόμαστε. Σάμπως, ὅλα τοῦτα,
ὤφειλαν ἄλλη μιὰ φορὰ νὰ ξαναϋπάρξουν.
Σὰν ἕνα δέντρο στὴ λεμονορράχη
σήκωνες τὰ μικρά σου ἀλαφριὰ στήθη,
μἐσα στὸ βόμβο τοῦ αἵματος του : — ἐκείνου

τοῦ Θεοῦ.
               Τοῦ λιγνοκαμωμένου
δραπέτη, ποὺ πλανεύει τὶς γυναῖκες.
Γλυκός, θερμὸς καί, σὰν τὴ σκέψη σου, ὅλο πάθος,
σκέπαζε μὲ τὸν ἴσκιο του τ᾽ ἄγουρο πλευρό σου
καί, σὰν τὰ φρύδια σου, ἀπάνω σου γερμένος.

* * *

ΤΑΦΟΙ ΕΤΑΙΡΩΝ


Κείτονται πάνω στὰ μακρυὰ μαλλιά τους,
μὲ μελαψά, βαθιὰ ρουφηγμένα, πρόσωπα. Σάμπως
μπροστὰ σὲ ἀπέραντην ἀπόσταση, ἔτσι εἶναι κλεισμένα
τὰ μάτια τους. Σκελετοί, στόματα, λουλούδια. Μὲς στὸ στόμα
τὰ στιλπνὰ δόντια, σὰν πιόνια φιλντισένιου
ταξιδιωτικοῦ ζατρικίου, στὴ σειρὰ στημένα.
Κι᾽ ἄνθη, μαργαριτάρια κίτρινα, κόκκαλα ἰσχνά,
χέρια καὶ πουκαμίσες, ὑφάσματα λυωμένα
πάνω ἀπὸ τὴν καρδιά, ποὺ ἔχει γκρεμιστεῖ μέσα
στὸ κουφάρι. Μὰ κάτω ἀπὸ τὰ δαχτυλίδια κεῖνα καὶ τὰ φυλαχτὰ
καὶ τοὺς ὀφθαλμοκύανους λίθους (ἀναθήματα ὅλα τοῦτα
ἐραστῶν), στέκει ἡ ἤρεμη κρύπτη τοῦ φύλλου ἀκόμη
ὡς πάνω στὴν καμπύλη της πετάλα ἀνθέων γιομάτη.
Καὶ κίτρινα μαργαριτάρια πάλι, ποὺ ἔχουνε κυλήσει,
κοῦπες ψημένες γῆς, ποὺ ἔχει, ἱστορισμένη,
ἡ ράχη τους, καθεμιᾶς τὴν εἰκόνα, πράσινα συντρίμμια
ἀπὸ βαζάκια μυρωδικῶν, ποὺ ἀκόμη
μοσκοβολοῦν σὰν ἄνθη, καὶ μικρῶν Θεῶν εἴδωλα : βωμοὶ
σπιτικοὶ : τῶν ἐταιρῶν ὁ οὐρανὸς μὲ τοὺς γοητευτικούς του
Θεούς. Σκαραβαῖοι ἐπίπεδοι, λυμένες ζῶνες,
μικρὲς φιγοῦρες γιγαντιαιών ἀνδρικῶν φύλων,
ἕνα στόμα ὅλο γέλιο, χορευτές, δρομεῖς,
ψηφία χρυσά, τόξα, τόσο πολύ μικρά, σὰ νὰ ᾽ταν
τὰ ζῶα καὶ τὰ πουλιὰ τῶν φυλαχτῶν νὰ κυνηγήσουν,
μακρουλὲς πόρπες, κομψά σπιτικὰ σκεύη
κ᾽ ἕνα στρογγυλὸ κυπέλλο ἀπὸ τερρακόττα,
καὶ πάνω του, σὰ μαύρη ἐπιγραφὴ κάποιας εὶσόδου,
τὰ τεντωμένα σκέλη ἑνὸς τεθρίππου.
Κι᾽ ἄνθη, ξανὰ μαργαριτάρια ποὺ ἔχουνε κυλήσει,
οἱ φωτεινές πλευρὲς μιᾶς μικρῆς λύρας
κι᾽ ἀνάμεσα ἀπὸ πέπλα, ποὺ ὡς ὁμίχλη πέφτουν,
σάμπως ξεπουλιασμένη χρυσαλίδα, μέσα ἀπ᾽ τὰ σαντάλια :
τῆς ἄκριας τοῦ ποδιοῦ ἡ πεταλούδα ἡ ἁνάλαφρη.

Ἔτσι κείτονται, ἀπὸ ἀντικείμενα πλημμυρισμένες,
πολύτιμα ἀντικείμενα, λίθους, παιγνίδια, σκεύη σπιτικά,
μικρά, ἀσήμανρα πράματα σπασμένα (ὅ,τι ἔδυσε μαζί τους)
κι᾽ ὡς ποταμίσια κοίτη σκοτεινιάζουν.

Κοῖτες ποταμῶν ἤτανε
ποὺ πάνω τους σὲ βραχύχρονα κύματα γοργὰ
(ἤθελαν στὴν ἑπόμενη ζωὴ νὰ προχωρήσουν)
ρίχνονταν τὰ κορμιὰ πολλῶν ἐφήβων
κ᾽ οἱ χείμαρροι πολλῶν ἀνδρῶν μουγκρίσαν.
Καὶ, κάποτε, ἔσπαζαν παιδιὰ ἀπὸ τὰ βουνὰ
τῆς παιδικῆς ἡλικίας, μὲ τὰ πράματα ἐπαίζαν,
ὥσπου κυρίευεν ἡ κατηφοριὰ τὴν αἴσθησή τους :

Μὲ διάφανο, ἤσυχο νερὸ γιομίζαν ὕστερα
ὅλο τὸ φάρδος τοῦ φαρδιοῦ αὐτοῦ δρόμου
καὶ στὶς βαθιὲς μεριὲς στρόβιλους προκαλοῦσαν·
κ᾽ οἱ ὄχθες, γιὰ πρώτη φοράν, ἀντανακλοῦσαν
ἀλαργινὰ λαλήματα πουλιῶν, ἐνῶ, ψηλά,
στὸν οὐρανό, οἱ ἔναστρες νύχτες κάποιας γλυκιᾶς χώρας
μεγαλώναν καὶ πουθενὰ δὲν κλειοῦσαν.



Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Ποιίηματα, μτφρ. Άρης Δικταίου, εκδ. Ηριδανός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου